Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

Παντοδυναμία... Γιώργος Σεφέρης

Πλάτωνας Ριβέλλης

 

Τη μεταμόρφωση τη γυρέψαμε στα νιάτα μας

με πόθους που έπαιζαν σαν τα μεγάλα ψάρια

σε πέλαγα που φύραναν ξαφνικά.

Πιστεύαμε στην παντοδυναμία του κορμιού

[]-και τώρα[]

τα κορμιά σαν τσακισμένα κλαδιά!..

Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα 

(Ανθολογία Η.&Ρ. Αποστολίδη)

------------

(Απλώθη ένα παράπονο – κι επιμένει…)

Τάκης Παυλοστάθης, Ποιήματα και Πεζά

Κωνσταντίνος Μ. Μάστρακας, Αλφαβητικά Ενθυμήματα, εκδ. Διορθώσεις, Αθήνα 2024


Σάββατο 29 Μαρτίου 2025

Μην ξεχάσεις... Νατάσα Χατζηδάκη

Kai Ziehl

 

Μην ξεχάσης

στις  κ α λ έ ς  μέρες που θάρθουν

[]τις  κ α κ έ ς []

που περνάς.

Νατάσα Χατζηδάκη, Στις εξόδους των πόλεων, 1971

(Ανθολογία Η.&Ρ. Αποστολίδη)

---------

Μνήσθητι  καιρόν λιμού εν καιρώ πλησμονής, πτωχείαν και ένδειαν εν ημέραις πλούτου! 

Παλαιά Διαθήκη Σοφία Σειράχ Ι.Η.’ 25

 Κωνσταντίνος Μ. Μάστρακας, Αλφαβητικά Ενθυμήματα, εκδ. Διορθώσεις, Αθήνα 2024


Πέμπτη 27 Μαρτίου 2025

Μια μέρα λιόχαρη... Γιώργος Σαραντάρης

Fred Stein, 1946

 

Μια μέρα λιόχαρη

θα πάρουμε ένα απόγευμα μόνο για μας

θα φύγουμε οπουδήποτε

και μακριά απ’ όλους κρυφά,

θα εξεφτελίσουμε τις ώρες μας όπως θέλουμε!..

Γιώργος Σαραντάρης, Ποιήματα, τ. 1, εκδ. Διάνυσμα

-----------

Θα παίζουν τα ραδιόφωνα

τραγούδια για το τίποτα γραμμένα.

Λίνα Νικολακοπούλου

Κωνσταντίνος Μ. Μάστρακας, Αλφαβητικά Ενθυμήματα, εκδ. Διορθώσεις, Αθήνα 2024


Δευτέρα 24 Μαρτίου 2025

Ο λαιμός της Ελένης... Οδυσσέας Ελύτης

Γιάννης Μιγάδης

 

Άξιον εστί το πέρασμα του λύχνου

το γεμάτο χαλάσματα και μαύρους ίσκιους,[]

τα ξυλόγλυπτα τέρατα πάνω στο τέμπλο,[]

ο λαιμός της Ελένης ωσάν παραλία.

Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον Εστί

Κωνσταντίνος Μ. Μάστρακας, Αλφαβητικά Ενθυμήματα, εκδ. Διορθώσεις, Αθήνα 2024

----------

Εξομολογείσθε []επικαλείσθε []γνωρίσατε []άσατε και υμνήσατε[] διηγήσασθε πάσι τα θαυμάσια [] αινείτε.

Παλαιά Διαθήκη Παραλειπομένων Α’ ΙΣτ’8,9,10

Κωνσταντίνος Μ. Μάστρακας, Αλφαβητικά Ενθυμήματα, εκδ. Διορθώσεις, Αθήνα 2024


Σάββατο 22 Μαρτίου 2025

Εις μάτην... Δημήτρης Μαρουδάς

Sara Palieri

 

Με ταχύτητα φωτός

τραβάς στ’ όνειρό σου.

Κι εγώ στο κατόπι σου,

πεζοπόρος ασθμαίνων,

με φρούδες ελπίδες

στέρφες αλέες υδρεύω.

Δημήτρης Μαρουδάς 

Διορθώσεις, ΜΗΝΙΑΙΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ, τχ. 14, Αύγουστος 2012 http://www.diorthoseis.eu

------------

Τα ίχνη των βημάτων της ασπάζομαι και κλαίω,

εγγίζω ό,τι έγγισε, και την πνοήν της πνέω…

Παναγιώτης Σούτσος, Ο Άγνωστος

(Ανθ. Η.&Ρ. Αποστολίδη)

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2025

Να γνέφει... Γιάννης Ρίτσος

Salvador Dali, Οι πρώτες μέρες της άνοιξης

 

...Είχε αρχίσει να βλέπη

και την πιο εφήμερη μαργαρίτα

να γνέφη με τ' άσπρο της χέρι,

να γνέφη σ' όλους αμερόληπτα –

και κάπως ιδιαίτερα σ' αυτόν.

Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα 1930-1960

(Ανθ. Η.&Ρ. Αποστολίδη)

--------------

Ν’ ανοίξουμε στην Άνοιξη που στάθηκε στην πόρτα μας!..

Πάνος Σπάλας, Φωτεινή πύλη, 1956

Κωνσταντίνος Μ. Μάστρακας, Αλφαβητικά Ενθυμήματα, εκδ. Διορθώσεις, Αθήνα 2024


Τρίτη 18 Μαρτίου 2025

Γέρνει ο ήλιος... Κώστας Σοφιανός

Takashi Kitajima

 

Γέρνει ο ήλιος

κι

ανάβουν τα τζάμια

κ’ η πόλη

σηκώνεται, για λίγο, στον αέρα

μ’ όλα της τα σπίτια,

με τους ανθρώπους που τρέχουν

και με τ’ αυτοκίνητα που τους κυνηγούν.


Κι όταν νυχτώσει

κάθεται πάλι κάτω απ’ τ’ άστρα

κι όλοι γυρεύουν μια φωτιά

και κάποιον δίπλα τους να τον αγαπούν

και φοβούνται, όπως πάντα, το σκοτάδι

κι αμπαρώνουν τις πόρτες

και περιμένουν

με μάτια κλειστά

τον ήλιο.

Κώστας Σοφιανός, περ. Νήσος 1983

-----------

Και κλώθουν και περνάν και πάνε

οι ώρες –κι αλάθευτα χτυπάνε.

Τέλλος Άγρας, Τα ποιήματα, εκδ. ΜΙΕΤ, 2014


Δευτέρα 17 Μαρτίου 2025

Ήθελα νάμουν τσέλιγγας... Κώστας Κρυστάλλης

Τάκης Τλούπας, 1968

 

Ήθελα νάμουν τσέλιγγας, νάμουν κ' ένας σκουτέρης,

να πάω να ζήσω στο μαντρί, στην ερημιά, στα δάσα,

νάχω κοπάδι πρόβατα, νάχω κοπάδι γίδια

κ' ένα σωρό μαντρόσκυλα, νάχω και βοσκοτόπια

το καλοκαίρι στα βουνά, και τον χειμώ στους κάμπους!

Νάχω από πάλιουραν βορό και στρούγγα από ροδάμι,

νάχω και σε ψηλήν κορφή καλύβα από ρουπάκια,

νάχω με τα βοσκόπουλα σε κάθε σκάρον γλέντι,

νάχω φλογέρα να λαλώ, ν' αντιλαλούν οι κάμποι,

νάχω και κόρη όμορφη, στεφανωτήν μου νάχω,

να μου βοηθάη στο σάλαγο, να μου βοηθάη στα γρέκια,

κι όντας θα τα σταλίζουμε τα δειλινά στους ίσκιους,

στης ρεματιάς τη χλωρασιά μαζί της να πλαγιάζω,

να με κοιμίζει με φιλιά στους δροσερούς της κόρφους!

Κώστας Κρυστάλλης, Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης, 1893

(Ανθ. Η.&Ρ. Αποστολίδη)


Κυριακή 16 Μαρτίου 2025

Όλο ρωτά... Κώστας Μόντης

Βασίλης  Αρτίκος, Μεσολόγγι 2011

 

Tέσσερα ξυπόλητα παιδιά

ήρθαν να δουν τη μητέρα τους στο Nοσοκομείο.

Eίναι γύρω απὸ το κρεββάτι της.

Kαι δεν μιλούν.

Tι να πουν; Δεν ξέρουν τι να πουν.

Mιλά εκείνη. Mιλά διαρκώς εκείνη.

Kαι τα ρωτά, και τα ρωτά

χωρὶς να περιμένει απάντηση

και τους πασπατεύει τα κεφάλια.

Έπειτα τους δίνει τέσσερεις καραμέλλες

που της τις πρόσφερε χτες μια άλλη άρρωστη

και τις φύλαξε.

(Tης είχε πει: «Mπορώ να πάρω τέσσερεις»;).

Όταν χτύπησε το κουδούνι τα παιδιὰ έφυγαν,

τα δυὸ μεγάλα έσερναν τα δυο μικρὰ κ’ έφυγαν.

Ξυπόλητα καθὼς ήταν, σιωπηλὰ καθὼς ήταν,

έφυγαν σαν γατάκια.

Mα δεν έφυγαν αμέσως απὸ το νοσοκομείο,

έμειναν πολλὴ ώρα ακόμα στην αυλή.

K’ η μητέρα όλο και ρωτά τις νοσοκόμες

αν τα βλέπουν απ’ το μπαλκόνι,

όλο και ρωτά.

Κώστας Μόντης, Συμπλήρωμα των Στιγμών, Λευκωσία, 1960

------------

Σβήνουν οι λέξεις με τα χρόνια.

Η λέξη «μάνα» μένει

με το κρυμμένο της χαμόγελο

και με το μαύρο της μαντίλι.

Γιάννης Ρίτσος, Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα, εκδ. Κέδρος


Σάββατο 15 Μαρτίου 2025

Προαίσθηση... Γιάννης Νεγρεπόντης

Νίκος Εγγονόπουλος, Παρμενίδης, 1970

 

Κάποτε σα δυο ξένοι θα δίνουμε τα χέρια

κι όλη αυτή η πυρκαγιά

θάναι: τα περασμένα·[]

σχεδόν μια ιστορία τρίτων.


Κανείς ποτέ δε γλύτωσε απ’ το χρόνο.[]

Γιάννης Νεγρεπόντης, Λίγο μετά τη σιωπή.

Διορθώσεις, ΜΗΝΙΑΙΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ τχ. 25, Ιούλιος 2013 https://diorthoseis.eu/

--------------

Το μεν ποιείν το δε πάσχειν [] άπαντα [] γίγνεσθαι και φθείρεσθαι.

Παρμενίδης [Αριστοτέλης]

Κωνσταντίνος Μ. Μάστρακας, Αλφαβητικά Ενθυμήματα, εκδ. Διορθώσεις, Αθήνα 2024


Πέμπτη 13 Μαρτίου 2025

Μόνος μου... Διονύσης Καψάλης

Ara Güler, 1982

 

Κείνο το Σάββατο δεν ήρθες-

κι ήμουν μόνος μου

σαν την άδικη κατάρα·

μόνος μου μέσα μου,

μόνος στο δρόμο,

και στο μεγάλο καφενείο που ήταν γεμάτο,

μόνος ώσπου έκλεισε.

Διονύσης Καψάλης, Όλα τα δειλινά του κόσμου, εκδ. Άγρα

-------------

Η νύχτα είναι παγερή

και μ’ έχεις στήσει

με γέλασες

με γέρασες.

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Μικρά Ποιήματα


Τετάρτη 12 Μαρτίου 2025

Μεσημβρινόν δαιμόνιον... Ηλίας Κεφάλας

Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, 1927

 

Ήταν μεσημέρι,

στο σπίτι κανένας·

προσπάθησα να κοιμηθώ,

μα ήταν ο ύπνος των κακών ονείρων.

Σηκώθηκα κι αφουγκράστηκα:

απ’ τα κατάβαθα του σπιτιού

ερχόταν πνιχτὸς ο ήχος,

σαν να ροκάνιζαν την πέτρα.

Έφερα έναν γύρο στα δωμάτια,

ο ήχος κρουστὸς και ανένταχτος

ανέβαινε απὸ κάτω.

Δισταχτικὰ κατέβηκα

τη σκάλα του υπογείου.

Άνοιξα.

Πίσω απ’ το πλατύσκαλο,

σε δύο σαρακοφαγωμένα σκαμνιά,

κάθονταν ο παπποὺς κ’ η γιαγιά μου,

νεκροὶ απὸ χρόνια.

Η γιαγιὰ ξεσπύριζε φασόλια

σ’ ένα παλιὸ ταψί.

Ο παπποὺς με το μακρὺ

χαμένο μας μαχαίρι

ψιλόκοβε καπνὸ σ’ ένα σανίδι.

Σε μιὰ στιγμὴ σήκωσε τον πριόβολο,

για να τροχίση τη φαγωμένη λάμα.

Τότε με είδε·

σκούντηξε τη γιαγιὰ και οι δυὸ σηκώθηκαν και χάθηκαν

σε μιὰ άλλη πόρτα,

που έβγαζε πιο χαμηλά,

σ’ ένα άλλο, άγνωστο υπόγειο.

Ξέρω ότι τους είδα σίγουρα,

όπως επίσης ξέρω,

πως όχι μόνο δεύτερο υπόγειο στο σπίτι

δεν υπήρχε,

μα ούτε καν τα πρώτο που κατέβηκα.

Ηλίας Κεφάλας, Λόγος για την αβεβαιότητα

Διορθώσεις, ΜΗΝΙΑΙΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ τχ. 23, Μάιος 2013, https://diorthoseis.eu/

---------------------

Κερδίζουν οι νεκροί στα όνειρα,

η θλίψη τους τούς ομορφαίνει.

Όταν μας επισκέπτονται

στέκονται πάντα σιωπηλοί·


δε φλυαρούνε σαν τους ζωντανούς,

δεν έρπουνε.

Χρίστος Λάσκαρης, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδ. Τύρφη


Δευτέρα 10 Μαρτίου 2025

Ὁ Ἐξαίρετος ἐξαιρεῖται!.. Κωνσταντίνος Μ. Μάστρακας

                                                             Θεόδωρος Στάμος, εις μνήμην 1955..

 

Διορθώσεις

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2025, τεῦχος 47

 

 

Ἀγαθῆς ζωῆς ἀριθμὸς ἡμερῶν,

καὶ ἀγαθὸν ὄνομα εἰς τὸν αἰῶνα διαμενεῖ.

Παλαιὰ Διαθήκη, Σοφία Σειρὰχ ΜΑ΄ 13

Κωνσταντίνος Μ. Μάστρακας, Αλφαβητικά Ενθυμήματα, Αθήνα 2024, Διορθώσεις, σελ.44

 

Εἰς τὸν παπα-Σκιαδᾶ

Εὐλογημένε μου παπα-Σκιαδᾶ,

σὲ βλέπω καὶ ὥς τώρα, στὰ γεράματα,

μὲ τὴν παλιά σου εὐλάβεια μπροστά,

πιστόνε πάντα στ’ ἅγια προστάμματα,

νὰ βγαίνῃς κούτσι-κούτσι, ξεσυρτά,

χωρίς νὰ σὲ πειράζουν τὰ σκοντάμματα,

ν’ ἁγιάζῃς σὰν καὶ πρῶτα ταχτικὰ

τῆς χριστιανῆς τὴν πόρτα καὶ τὰ πράμματα!

Καὶ μοῦ τονίζει, ὡς κ’ ἐμέ, τὴ λύρα

ἡ ἀμάραντή σου, δέσποτα, ἁγιαστήρα!

Μικέλης Ἄβλιχος

Ἡρακλῆς & Ρένος Ἀποστολίδης, Ἀνθολογία, Τὰ Νέα Ἑλληνικά, Ἀθήνα 1970-72, 10η ἔκδοση corpus, σελ. 3.

 

Ὁ Ἐξαίρετος ἐξαιρεῖται!..

    Τὸν Ἰούνιο τοῦ 1958 λοιπόν, ἐτελειώσαμε, /ἐξέτασιν ἐδώσαμε, ὅπως ἔλεγε τὸ σύντομο τραγουδάκι, ποὺ ψάλαμε σὲ κάθε τέλος τῆς σχολικῆς χρονιᾶς, στὸ Δημοτικό, τῆς «Σχολῆς Μιχαὴλ Ἡλιάδου Ὁ Πλάτων», στὴν ὁδὸ Ἀλεξανδρείας 2, στὸν Κολωνό! Θὰ πηγαίναμε πιὰ στὸ Γυμνάσιο! Καὶ ποιό Γυμνάσιο!: Ὄχι, βέβαια, στὸ ὑποβαθμισμένο 9ο τῆς πλατείας Κουμουνδούρου (μέναμε στὸ Μεταξουργεῖο, ὁδὸς Κολωνοῦ 68) ἀλλὰ στὸ Βαρβάκειο, κοντὰ στὴν Κάννινγκος! Ἦταν ὅμως πρότυπο καὶ χρειάζονταν εἰσαγωγικὲς ἐξετάσεις. Οἱ εἰσακτέοι ἦσαν 120. Ἔδωσαν 600 παιδιὰ καὶ ἦρθα 124ος! Ὅταν οἱ γονεῖς μου πῆγαν ἀμέσως νὰ πάρουν ἀποδεικτικὸ γιὰ νὰ μὲ γράψουν σ’ ἄλλο Γυμνάσιο οἱ καθηγητὲς τοὺς ἀπέτρεψαν. Ἐλᾶτε στὸ τέλος τῆς προθεσμίας. Κάθε χρόνο πολλοὶ γονεῖς μετατίθενται σ’ ἄλλες πόλεις κι ἀναγκαστικά παίρνουν ἀποδεικτικὰ μεταγραφῆς γιὰ τὰ παιδιά τους. Συμπληρώνουμε τὶς θέσεις ἀπ’ τοὺς ἐπιλαχόντες. Συχνὰ δέκα, δεκαπέντε! Ἐκείνη, ὅμως, τὴ χρονιὰ δὲν μετετέθη κανείς! Ἑπόμενη ἐπιλογή: Τὸ Β΄ Γυμνάσιο Ἀρρένων Ἀθηνῶν στὴν Ἀχαρνῶν καὶ Χέυδεν. Μὲ τὸν Πᾶνο Πάτρα κατ’ ἐξαίρεση Γυμνασιάρχη, γιατ’ ἦταν Θεολόγος κι ὄχι Φιλόλογος ἢ Μαθηματικός.

    Ἄφησε ἐποχὴ γιὰ τὴν αὐστηρότητά του! Κι ὅμως δέν ἦταν αὐστηρὸς μὲ τὴν τρέχουσα ἔννοια. Ὑπῆρξε στοργικώτατος γιὰ ὅλους καὶ κυρίως γιὰ τοὺς μαθητές, εὑρηματικὸς στὴ συμπεριφορά του, ἐμπνευστικὸς γιὰ τοὺς καθηγητές του, ἤρεμος πάντα καὶ ἄμεσα ἀποφασιστικός.

    Περπατῶντας σὲ δρόμο κοντὰ στὸ σχολεῖο ἀντελήφθη μαθητὴ νὰ καπνίζῃ. Τὴν ἑπομένη, μετὰ τὴν προσευχή, στὴ σκάλα μπροστὰ στὴν αὐλή, καὶ παρουσία ὅλων τῶν καθηγητῶν, τὸν κάλεσε ν’ ἀνέβη, ὥστε νὰ εἶναι ὁρατὸς ἀπ’ ὅλους καὶ εἶπε: Χθὲς τὸ ἀπόγευμα διερχόμενος τὴν ὁδό, εἶδα ὅτι ὁ συμμαθητής σας κάπνιζε. Γι’ αὐτὸ τοῦ προσφέρω τώρα τσιγάρο καὶ φωτιά, νὰ καπνίσῃ ἐδῶ, μπροστά μας, νὰ τὸ εὐχαριστηθῇ, κι ὅλοι ἐμεῖς νὰ τὸν ἀπολαύσουμε!..

    Τὸν πρόλαβα μόλις δύο χρόνια πρὶν τὸ τέλος τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὴν συνταξιοδότησή του, ὡστόσο ἦταν φανερὴ γιὰ χρόνια ἡ ἐπιρροή του. Θυμᾶμαι, γιὰ παράδειγμα, τὸν Μουσικὸ Ἀλέξανδρο Μποτετζάγια. Συνήθως ἡ ὥρα αὐτοῦ τοῦ μαθήματος ἦταν ὥρα χαβαλὲ καί… καζούρας! Ἐκεῖνος ὅμως δὲν σήκωνε τέτοια! Μᾶς μάθαινε μὲ ὑπομονὴ κ’ ἐπιμονὴ ὅ,τι βασικὸ ἔπρεπε καὶ ὅταν βρῆκε εὐκαιρία ἀπὸ κάποια ἀτασθαλεία μᾶς ἐξομολογήθηκε: Ἀκούστε με: Μέχρι τὰ τριανταπέντε μου ἤμουν ἕνα σκέτο τομάρι! Ἕνας ρεμπεσκές! Ἀλλὰ κατάλαβα πὼς αὐτὴ δέν εἶναι ζωή! Συμμαζεύτηκα, συνῆλθα, ἐγκατέλειψα ὅλες αὐτὲς τὶς ἀνοησίες κι ἀσωτίες. Χαίρομαι τώρα τὴ ζωή, τὴν οἰκογένειά μου, τοὺς φίλους καὶ γνωστοὺς καὶ στέκομαι χωρὶς νὰ ντρέπωμαι τὸν ἑαυτό μου!.. Τὸν ἀγαπούσαμε ὅλοι κ’ εἶχε σχηματίσει μιὰ διαρκῶς ἀνανεούμενη ὁμάδα μπάντας καὶ τυμπανιστῶν ποὺ χάλαγε κόσμο σὲ κάθε ἐπετειακὴ μαθητικὴ παρέλαση μὲ τὴν παρουσία της καὶ τὴν εὑρηματικὴ παρεμβολὴ τῆς κρούσης τῶν ξύλων τῶν τυμπάνων μεταξύ τους, κατὰ διαστήματα. Ἡ αὔρα τοῦ Γυμνασίου, τοῦ Γυμνασιάρχη, τῶν Καθηγητῶν καὶ τῶν μαθητῶν του, αὔρα οὐσίας πνευματικῆς διέπνεε τοὺς παρελαύνοντες, τὸν κόσμο ποὺ χειροκροτοῦσε μὲ πάθος κι ὅλους μας, ἀκόμη κι ὅταν δὲν συμμετείχαμε. 

    Πέρασαν χρόνια. Ἕνα βράδυ, βρέθηκα σ’ ἑστιατόριο στὴν Πεντέλη μὲ τὸν Καθηγητὴ καὶ πρώην Ὑπουργὸ Δημήτριο Τσάκωνα καὶ τὸν ἐκδότη τοῦ Κάκτου Ὀδυσσέα Χαντζόπουλο. Ἡ μιὰ κουβέντα ἔφερε τὴν ἄλλη κι ἀνακάλυψα πώς, ἐκτὸς ἀπ’ τοὺς συμμαθητές μου, τὸν ποιητή, συγγραφέα καὶ λόγιο Τάκη Παυλοστάθη, τὸν Πρόεδρο τοῦ Συλλόγου Ἀρκάδων Ἁγίου Δημητρίου Ἀττικῆς, δικηγόρο καὶ λόγιο Νῖκο Νικητόπουλο καὶ τὸν συμμαθητή, πρώην Ὑπουργὸ Ἐθνικῆς Ἄμυνας Σπήλιο Σπηλιωτόπουλο, ἕνας ἀριθμὸς σημαντικῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀναδείχθηκαν κ’ ἐπηρρέασαν τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν Κόσμο ἦσαν μαθητὲς τοῦ Β΄ Γυμνασίου Ἀρρένων Ἀθηνῶν, ἐπὶ τῆς Ἀχαρνῶν καὶ Χέυδεν!: Ὁ ζωγράφος Ἀλέκος Φασιανός, ὁ σκηνοθέτης Θεόδωρος Ἀγγελόπουλος, ὁ ἴδιος ὁ ἐκδότης Ὀδυσσέας Χαντζόπουλος, ὁ φιλόσοφος καὶ συγγραφέας Χρῆστος Γιανναρᾶς, ὁ στιχουργὸς πλήθους πασίγνωστων τρα-γουδιῶν Λευτέρης Παπαδόπουλος, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας Ἀναστάσιος (Γιαννουλάτος) κι ἄλλοι, ποὺ δέν θυμᾶμαι.

    Ἐντυπωσιάστηκα!

    Ὁ Ἀλέκος Φασιανὸς εἶχε ἤδη ἐκφράσει τὸν θαυμασμό του γιὰ τὸν πίνακα τῆς γυναίκας μου Φλώρας μὲ τὸν τίτλο «Ἡ νύχτα» καὶ τὴν ἐπιθυμία νὰ τὸν ἀγοράσῃ, στὸ κορνιζάδικο Λυμπεράκη, ποὺ τὸν εἴχαμε δώσει γιὰ νὰ καντρωθῇ! Τότε ὅμως εἴχαμε ἐλάχιστους πίνακες καὶ δὲν εἴχαμε καμμία διάθεση γιὰ πώληση.

    Ὁ ἐπιχειρηματίας ἀδελφὸς τοῦ σκηνοθέτη Ἀγγελόπουλου ὑπῆρξε γιὰ ἕνα φεγγάρι πελάτης μου στὸ γραφεῖο καὶ θυμᾶμαι ὅτι μὲ τὸν ἴδιο τὸν ἐπιχειρηματία, (ὁ ὁποῖος ἔμοιαζε σὰ δίδυμος μὲ τὸν σκηνοθέτη) καὶ τὴν συνάδελφο, φίλη, Ἀλέκα Μαρσέλλου μεταφέραμε, σὲ νάυλον σακκοῦλες, τὰ ἑκατομμύρια δραχμῶν σὲ χαρτονομίσματα, τοῦ τιμήματος τῆς πώλησης πλοίου στὴν Ἐλευσίνα, ἀπὸ τὸ Συμβολαιογραφεῖο σὲ ὑποκατάστημα Τράπεζας, μὲ κίνδυνο νὰ μᾶς ληστέ-ψουν μέρα μεσημέρι!

Μὲ τὸν Ὀδυσσέα Χαντζόπουλο συνεργαζόμουν χρόνια γιὰ τὰ βιβλία τοῦ Ρένου Ἀποστολίδη, ἐκδόσεις καὶ πωλήσεις.

    Ἀνελλιπῶς στὴν «Καθημερινή» διάβαζα μὲ μεγάλο ἐνδιαφέρον τὶς ἐπιφυλλίδες τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ, μὲ τὶς ὁποῖες συνήθως συμφωνοῦσα. Καὶ παρὰ ποὺ μ’ ἀρκετὲς διαφωνοῦσα, εἶχε τὴν ἐκτίμηση καὶ τὸ σεβασμό μου, καθὼς καὶ τῶν περισσοτέρων ἀπ’ ὅσους τὸν παρακολουθοῦσαν.

    Γιὰ τὰ τραγούδια (τοὺς στίχους) τοῦ Λευτέρη Παπαδόπουλου δὲν χρειάζεται νὰ πῶ πὼς προσδιώρισαν τὴν καθημερινότητά μου, ὅπως πολλῶν.

    Ὁ Ἀναστάσιος ὅμως, παρὰ τὴν δικαία φήμη του, ὡς πνευματικοῦ ἀνθρώπου, δέν ἔπαυε νὰ εἶναι… παπᾶς! Ἐγὼ πάλι, μολονότι παπαδάκι στὸν Ἅγιο Κωνσταντῖνο Ὀμονοίας τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιμανδρίτη, καὶ λίγο πρὶν τὴν κοίμησή του, Ἐπισκόπου Θεοκλήτου (κατὰ κόσμον: Ἀθανασίου Στράγκα) εἶχα σφυροκοπηθεῖ ἀπ’ τὴν ἀθεΐα καὶ τὸν ἀντικληρικαλισμὸ τοῦ Ρένου, ἐπὶ σχεδὸν σαράντα χρόνια!

    Ἡ θέση μου διατυπώνεται στὰ «Θρύψαλα» : Φυλάξτε τὶς θρησκεῖες σὰν κόρη ὀφθαλμοῦ, σὰν πολύτιμους λίθους τῆς ἀνθρωπότητας! Φυλάξτε τὸν Χριστιανισμό σὰν τὸ πιό πολύτιμο διαμάντι! (Πρωτίστως φυλάξτε τον ἀπ’ τοὺς παπάδες καὶ τοὺς Χριστιανούς)!   Ἀπὸ τὴν ἐνθρόνισή του, λοιπόν, παρακολουθοῦσα κάθε κείμενό του, ἰδίως τὰ μηνύματα ποὺ ἀπηύθυνε ἐν ὄψει ἑορτῶν Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιᾶς καὶ Πάσχα ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε ἄλλη εὐκαιρία. Ἔψαχνα νὰ ἐντοπίσω κάποια λέξη ἢ φράση ποὺ θὰ πρόδιδε, ἔστω μακρυνὴ συμβατικότητα ἢ τυποποίηση. Ἀποτύγχανα κατ’ ἐξακολούθηση, μὲ μεγάλη μου ἔκπληξη καὶ χαρά! Οἱ γιορτὲς ἦταν πάντα ἴδιες. Ὁ Ἀναστάσιος  Ἀ ρ χ ι ε π ί σ κ ο π ο ς  Ἀ λ β α ν ί α ς, δηλαδὴ σὲ μιὰ χώρα ξένη πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἂν ὄχι ἐνθοτικὰ ἐχθρική. καὶ μιὰ κοινωνία ἐπὶ πολλές δεκαετίες ἄθεη κι ἀντιθρησκευτική. Μιά, ἐλαφρὰ ἔστω, συμβατικότητα καὶ τυποποίηση, θὰ διευκόλυνε ἰδιαίτερα τὸ πολυσχιδές, πνευματικὰ καὶ πρακτικά, ἀνοικοδομητικό, τεράστιο ἔργο του. Κι ὅμως ὁ λόγος του δὲν ὑπῆρξε ποτέ καὶ πουθενά συμβατικὸς ἢ τυποποιη-μένος. Ἀντίθετα ἦταν πάντα ἀπροσδόκητος, φρέσκος, δροσερός, οὐσιαστικός, ἐπιθυμητὸς σὰν βάλσαμο γιὰ τὸν καθένα ποὺ τὸν διάβαζε, ἀνεξάρτητα ἀπὸ ἐθνικές, θρησκευτικὲς ἢ πολιτικὲς πεποιθήσεις, πίστεις ἢ ἀθεΐες. Θὰ ἀποτολμοῦσα νά ’λεγα καὶ ἀντικληρηκαλιστικός! Μὲ τὴν ἔννοια ὅτι κατὰ τὴν λαϊκὴ ἔκφραση «χαλοῦσε τὴν πιάτσα» -τῶν παπάδων!..

    Τὸ ἱεραποστολικὸ καὶ ἀρχιερατικό του ἔργο ὑπῆρξε ἀσύληπτο σὲ μέγεθος καὶ ποιόν. Εἶναι φωτισμένα ἔνθερμο καὶ ἰδιαίτερα ἀγαπητικὸ τοῦ κόσμου, ὥστε ἀπέχει παρασάγγας ἀπὸ μιὰν ἱεραποστολὴ καὶ ἀρχιερωσύνη! Ἂν δέν φοροῦσε ράσο ἴσως θά ’λεγα πὼς ναί, πέτυχε ὅσα πέτυχε κ’ εἶναι σπουδαῖος! Ἀλλὰ φοροῦσε! Γι’ αὐτὸ εἶναι πολύ, πάρα πολύ παραπάνω!

    Μολονότι ἤθελα δὲν προσπάθησα νὰ προσεγγίσω τὸν προσυμμαθητή μου αὐτόν, ὅσο ζοῦσε. Εἶχα προφανῶς ἄλλες «προτεραιότητες»! Ἢ μοιάζει νὰ θεωροῦμε τοὺς ζῶντες: ἀθανάτους!

    Μετανοῶ μάταια. Γιατὶ τώρα τὸ μόνο ποὺ δύναμαι εἶναι νὰ χαράξω, γιὰ τὴν ἱερή του μνήμη, ὅτι μπρὸς σ’ ὅσα προανέφερα γιὰ τοὺς παπάδες καὶ τοὺς χριστιανούς, ποὺ περιλαμβάνονται στὰ «Θρύψαλα» καὶ στὰ «Ἀλφαβητικὰ Ἐνθυμήματα», κ’ ἐξακολουθῶ νὰ συντάσσομαι ἀκράδαντα μαζί τους, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμολογήσω, ταπεινά, ταπεινότατα ὅτι ὁ Ἐξαίρετος Ἀναστάσιος Ἀλβανίας: ἐ ξ α ι ρ ε ῖ τ α ι!

Κωνσταντίνος Μ. Μάστρακας

 

Μαρκέλλα Εὐθυμίου:

Ἡ μανταρινιά

Βάδισα ἴσια

μὲς τὴν καταιγίδα,

ἔστιψα μὲς στὴ χούφτα,

δάγκασα μὲ τὴ φλούδα!

Μ' ἔπνιξε τὸ κουκούτσι

στὰ μάγουλά μου σφηνωμένο,

ρίγησε ὁ κάμπος χίλιες ἀστραπές,

ἔκλαψε τὸ παιδὶ – ἱκετεύοντας –

στὰ πόδια τοῦ θανάτου.

(Πρωτοδημοσιευόμενο)