Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέτσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέτσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2025

Καταλαβαινόμαστε τώρα... Γιάννης Ρίτσος

Παναγιώτης Τέτσης, 1957


 

Καταλαβαινόμαστε τώρα – δεν χρειάζονται περσότερα…

Κι αύριο [] θα γίνουμε ακόμα πιο απλοί!

Θα βρούμε [] τα λόγια που παίρνουν το ίδιο βάρος

σ’ όλες τις καρδιές, σ’ όλα τα χείλη…

Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα 1930-60 

(Ανθολογία Η.&Ρ. Αποστολίδη)

------------

Τα ελαφριά ευλογημένα βήματα

εκείνα που μας οδηγούν ανεπαίσθητα

στους ανθρώπους ανάμεσα…

Ζωή Καρέλλη, Παραμύθια του κήπου

(Ανθολογία Η.&Ρ. Αποστολίδη)

Σάββατο 3 Μαΐου 2025

Το Σάββατο... Θεόδωρος Ντόρρος



 

         
Παναγιώτης Τέτσης 

Το Σάββατο: η μόνη μέρα

που με γλύκα ξεμακραίνει τη ζωή μας.

Θεόδωρος Ντόρρος, Στου γλυτωμού το χάζι, Παρίσι 1930 

Κωνσταντίνος Μ. Μάστρακας, Αλφαβητικά Ενθυμήματα, εκδ. Διορθώσεις, Αθήνα 2024

--------

Ζηλεύω αυτό το σύννεφο,

που ξαπλωμένο τεμπελιάζει.

Χρίστος Λάσκαρης, Ποιήματα, εκδ. Τύρφη


Κυριακή 9 Μαρτίου 2025

Λαγοκοιμάται... Γιώργος Σεφέρης

Παναγιώτης Τέτσης, Αθήνα 1968

 

Τριγύρω η μεγάλη πολιτεία λαγοκοιμάται κυριακάτικα.

Αύριο θα ξυπνήσει ξεκούραστη και δωσ’ του πάλι τα ίδια. 

Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Β’, εκδ. Ίκαρος

-------------

Κι ολάκερη η ζωή

ένα Σαββατοκύριακο,

ένα βιαστικό

Σαββατοκύριακο.

Κώστας Μόντης, Άπαντα. Ίδρυμα A.Γ. Λεβέντη 1993.


Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2023

Κρουστάλλιασε στη βρύση το νερό... Βικτωρία Θεοδώρου

Παναγιώτης Τέτσης, πλύστρα 1956

 

…Κρουστάλλιασε στη βρύση το νερό,

γραθήκανε τα ξύλ’ από την πάχνη-

τρίζουνε, καπνίζουνε και δεν ανάφτουν…


Πλύνω τ’ άσπρα και τα σκούρα..-και δε σώνονται·

παγωσαν τα χέρια μου να τα ξεβγάζω·

στ’ άπλωμα ξυλιάσαν, απ’ τ’ αγιάζι-δεν τα ορίζω·

μου πονάει η καρδιά απ’ την παγωνιά-

και σε θυμάμαι…

Βικτωρία Θεοδώρου, Ποιήματα, 1957

(Ανθ. Η.&Ρ. Αποστολίδη)


Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου 2023

Το μυστικό... Νίκος Βασιλάκης

Παναγιώτης Τέτσης

 

Τα δέντρα της αυλής μας με περίμεναν.

Η μουριά φούντωσε, η ροδιά στα κέφια της

η αγριοτριανταφυλλιά έχει σκαρφαλώσει ως τη στέγη,

η μυγδαλιά τρελάθηκε στο άνθος,

η δάφνη πέρασε τη μάντρα.

Όλα βγήκαν στο δρόμο έξω.

Τα δέντρα με περιμένουν στο πατρικό μου,

αυτά δεν ξεριζώνονται, έχουν βαθιές ρίζες,

αυτό είναι το μυστικό τους που ζουν τόσα χρόνια

χωρίς περιποίηση.

Νίκος Βασιλάκης, περ. Το Οκτασέλιδο του Μπιλιέτου, τχ. 63


Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2023

Ας πούμε... Κωνσταντίνος Μ. Μάστρακας

Παναγιώτης Τέτσης

Ας πούμε πως δεν θέλουμε άλλο να φάμε,

να πιούμε, να γλεντήσουμε, να κοιμηθούμε.

Ας πούμε πως δεν θέλουμε άλλη άνεση,

καλά παπούτσια, ρούχα, αυτοκίνητα.

Ας πούμε πως δεν θέλουμε ταξίδια

σε χώρες ξωτικές, ονειρεμένες.

Ας πούμε πως δεν θέλουμε κοπέλες

όμορφες, νόστιμες, τρελλές,

δυναμικές κι αδύναμ’ απροστάτευτες,

νάχουνε στήθος τρυφερό

μες στην αφή

και τρυφερώτερο στο στόμα.

Ας πούμε πως δεν θέλουμε να διαφεντέψουμε τον                                                                                         κόσμο

κ’ η γνώμη μας η πιο καλή

να αγκαλιάση όχι μονάχα τον πλησίον,

το σύλλογο, την πόλη ή τη χώρα

μα τον πλανήτη ακόμα και τ΄ αστέρια.

Ας πούμε πως δεν θέλουμε το χρόνο

ούτε νεκρό μα μήτε

ζωντανό-χρησιμοποιημένο

άριστα ως το τελευταίο του λεπτό.

Ας πούμε πως δεν θέλουμε

παρά μια νότα,

μια πινελιά Βαν Γκογκ,

Χριστού το δάκρυ,

στο Ελαιών το όρος-

παρελθέτω-,

το σφύριγμα ας πούμε,

την αρχή σφυρίγματος, του πλοίου,

καθώς σαλπάρει για την Αυστραλία,

μια παπαρούνα που δειλά θ’ ανοίξη                                                                                             καταντροπιασμένη,

στην άκρη του θαλάσσιου γκρεμού μια πεταλίδα,

το τζ του τζιτζικιού που πρωταρχίζει,

ας πούμε καληνύχτα στους ανθρώπους,

μια νύχτα που θα ξημερώση  ά λ λ η  μέρα

ας πούμε πως δεν θέλουμε τον θάνατο.

Κωνσταντίνος Μ. Μάστρακας, Ζώνη Ασφαλείας, εκδ. Andys, Αθήνα 2005

 

Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2021

ἀ γάπη... Κώστας Μόντης


 

Παναγιώτης Τέτσης

γάπη

Ας μείνουμε με την υποψία μας,

ας μείνουμε με το «άραγε»,

ας μείνουμε με το «μήπως»,

ας μείνουμε με το πρώτο δισταχτικό άλφα,

με την πρώτη δισταχτική ψιλή.

Κώστας Μόντης


Τρίτη 14 Απριλίου 2020

Σωπαίνω... Χ. Π. Σοφίας

Παναγιώτης Τέτσης


Με βασανίζει η άνοιξη
με τα χάδια της
με τη γλυκύτητά της
με τη θλίψη της

Σωπαίνω
σαν έρημο ξωκλήσι που περιμένει τον επιτάφιο
Χ.Π. Σοφίας 

Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Το οριζόντιο ύψος... Αργύρης Χιόνης

Π. Τέτσης



Μ
ια φορά κι έναν καιρό, πλάι σ’ ένα πανύψηλο, υπερήφανο κυπαρίσσι, ζούσε μια ελάχιστη, ταπεινή αγριάδα, που ζήλευε το μπόι του κυπαρισσιού κι ήθελε να το φτάσει, γι’ αυτό και τεντωνότανε αδιάκοπα στις άκρες των ριζών της, πασχίζοντας να σηκωθεί πιο πάνω από το χώμα. Μάταιη προσπάθεια και αρκετά οδυνηρή, γιατί, κάθε φορά που έκανε αυτήν τη γυμναστική, για μέρες μετά, την πόναγε ανυπόφορα η μέση της.
 Το κυπαρίσσι, που παρακολουθούσε αφ’ υψηλού τον αγώνα της αγριάδας, σειόταν και λυγιόταν καμαρωτό και της έλεγε υπεροπτικά, με προφορά σχεδόν εγγλέζικη, της Οξφόρδης:  ” Δεν γνωρίζετε τι χάνετε, αγαπητή μου αγριάδα, εκεί στην επιφάνεια του εδάφους όπου βρίσκεσθε. Δίχως να θέλω διόλου να υπερηφανευθώ, σας πληροφορώ ότι από την κορυφή μου έχω απεριόριστη θέα του κόσμου και θα ήταν ακόμη πιο απεριόριστη, θα έβλεπα ως τη Γουατεμάλα, αν κάποια αναιδή βουνά, γύρω τριγύρω, δεν την περιόριζαν. Ωστόσο ευελπιστώ ή, μάλλον, έχω τη βεβαιότητα ότι η βροχή θα λιώσει, σιγά σιγά,αυτά τα αναιδή βουνά και τότε θα δω και τη Γουατεμάλα. Το σχέδιο αυτό είναι βεβαίως μακροπρόθεσμο, αλλά μπορώ να περιμένω, αφού, ως γνωστόν, ζω επτακόσια χρόνια.”
 Η αγριάδα, αν και δεν ήξερε ούτε πού βρίσκεται αυτή η Γουατεμάλα ούτε αν τα βουνά λιώνουν απ’ τη βροχή ούτε, ακόμη, αν είναι πολλά τα επτακόσια χρόνια, ακούγοντας αυτά τ’ ανήκουστα λόγια, ένιωθε την καρδιά της να μαραζώνει και, τις νύχτες που κοιμόταν, έβλεπε πάντα το ίδιο όνειρο. Ψήλωνε, λέει, ψήλωνε τόσο, που ξεπερνούσε κατά πολύ στο μπόι το κυπαρίσσι, ξεπερνούσε ακόμη και τα πιο ψηλά βουνά κι έβλεπε από κει πάνω όχι μόνο τη Γουατεμάλα αλλά και το Ακαλακούμπα, χώρα ακόμα πιο μακρινή, ακόμη πιο ωραία, όπου οι άνθρωποι χόρευαν ένα γρήγορο χορό που τονε λέγαν ρούμπα.
 Βέβαια, όταν ξύπναγε, το πρώτο πράγμα που έβλεπε μπροστά της ήταν ένα σαλιγκάρι τόσο αργοκίνητο, που έμενε στο οπτικό πεδίο της όλη τη μέρα, προκαλώντας της κατάθλιψη και κάνοντάς την να μη βλέπει την ώρα πότε θα ξανανυχτώσει, για να κοιμηθεί και να ονειρευτεί το μακρυνό Ακαλακούμπα και τον γρήγορο χορό που τόνε λένε ρούμπα. Έτσι ζούσαν κυπαρίσσι κι αγριάδα, πλάι πλάι, αλλά το καθένα στον κόσμο του, ώσπου μια μέρα φθινοπωρινή          ( χρόνια πολλά, πάρα πολλά πριν από τα επτακόσια), που ο ουρανός είχ’ ένα χρώμα μολυβί, μια λάμψη ξαφνική, ονόματι αστροπελέκι, χτύπησε κατακέφαλα το κυπαρίσσι και το έκαψε. Η βροχή που ακολούθησε, μπόρα τρικούβερτη, αντί να λιώσει τα βουνά που του ‘κρυβαν τη Γουατεμάλα, τη στάχτη του έλιωσε και γκρίζα λάσπη την υπερηφάνεια του έκανε.
 Η αγριάδα, άναυδη στην αρχή, όταν συνήλθε κάπως, μακάρισε το ελάχιστό της μπόι και θρήνησε το κυπαρίσσι που – πώς να το κάνουμε;- αν και φλύαρο και υπερφίαλο, της είχε χαρίσει το όνειρο των μεγάλων αποστάσεων, του απέραντου κόσμου. Μετά απ’ αυτό το θλιβερό γεγονός, σταμάτησε την έτσι κι αλλιώς ανώφελη γυμναστική της και μόνο αραιά και πού έβλεπε στον ύπνο της το εξωτικό Ακαλακούμπα. Κανένας όμως δε χόρευε εκεί τη ρούμπα. Ήτανε, βέβαια, ακόμη νεαρά και εστερείτο πείρας, τόσο εστερείτο πείρας, που καν δεν γνώριζε τις φυσικές της ιδιότητες.
 Έτσι, ένα ανοιξιάτικο πρωί, παραξενεύτηκε πολύ, νιώθοντας να τη φαγουρίζουνε οι ρίζες της, κι ακόμα πιο πολύ παραξενεύτηκε σαν είδε, δυο μέρες τρεις αργότερα, λίγο πιο κει, μέσα απ’ το χώμα να προβάλλει ένα μικρό, χλωροπράσινο βλαστάρι αγριάδας.” Μπα, καινούργια απόχτησα γειτόνισσα!” ήταν η πρώτη σκέψη της, αλλά όταν είπε” καλωσόρισες, γειτόνισσα”, άκουσε, την ίδια ακριβώς στιγμή, να λέει και το βλαστάρι τα ίδια λόγια, να την καλωσορίζει, δηλαδή με τη φωνή της. Το ίδιο έγινε, ακριβώς, άλλες δυο μέρες τρεις αργότερα, όταν καινούργιο εμφανίστηκε, πιο πέρα, βλασταράκι. Μπορεί, λοιπόν, να ήταν άπειρη, αλλά κουτή δεν ήταν. Έτσι, κατάλαβε ότι στον εαυτό της μίλαγε, αφού τα νέα αυτά βλαστάρια από τις ρίζες της ξεπήδαγαν και σαρξ εκ της σαρκός της ήσαν. Λόγια πολλά για να μη λέμε και χρόνο να μην κλέβουμε απ’ την αιωνιότητα, μέσα σε χρόνια ελάχιστα, πολύ πιο λίγα από επτακόσια, η αγριάδα είχε, ρίζα τη ρίζα, καταβολάδα την καταβολάδα, βλαστάρι το βλαστάρι, όλο τον κάμπο καταχτήσει κι όλα τα βουνά ως την κορφή τους και πιο πέρα. Για πιο πέρα δεν μπορώ να πω· τα μάτια μου μονάχα ως τις βουνοκορφές την ακολούθησαν· πιο πέρα δεν άντεξαν. Έμαθα ωστόσο, από έγκυρες πηγές, πως έφτασε στο Ακαλακούμπα και πως στο δροσερό και καταπράσινο χαλί της χορεύουν τώρα γυμνοπόδαροι εραστές τη ρούμπα.
 Επιμύθιο Ι: Όσο πιο κοντά στη γη βρίσκεσαι, τόσο πιο μακριά από τ’αστροπελέκια είσαι.
 Επιμύθιο ΙΙ: Δια του οριζοντίου ύψους, η απόστασις, έως το Ακαλούμπα, καλύπτεται εις χρόνον κατά πολύ συντομότερον των επτακοσίων ετών.


ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Κλέφτεεες... Γιώργος Σουρής

Παναγιώτης Τέτσης


Κλέφτεεες!... πω! πω! στα σπίτια σας με σίδερα κλεισθείτε
και θάψετε αν έχετε στο χώμα τον παρά σας,
φυλάξετε τα ρούχα σας και ό,τι κι αν φορείτε,
τις κότες, τα λουλούδια σας και όλα τα καλά σας.
Μην εμπιστεύεσθε πολύ κλητήρας κι αστυνόμους
και βγαίνετε γι’ ασφάλεια με νυκτικά στους δρόμους.

Κλέφτεεες!... πω! πω! προσέχετε το ακριβό σας ταίρι,
τις κάσες σας, τις δούλες σας, με τέσσερα τα μάτια,
μήπως κανένας νέος Ζευς, ημέρα μεσημέρι,
σας τις σηκώσει έξαφνα μαζί με τα κρεβάτια.
Όλα να γίνουν ημπορούν σε τούτον τον καιρό,
κι αυτά τα λέγω, κύριοι, με ύφος σοβαρό.

Κλέφτεεες!... για όνομα θεού, πεντάρα μην κρατείτε,
βλέπετ’ εδώ, βλέπετ’ εκεί, εις τον περίπατό σας,
ακόμη και τον ίσκιο σας για κλέφτη φοβηθείτε,
μπορεί και σεις να κλέψετε τον ίδιο εαυτό σας.
Κλεψιά εδώ, κλεψιά εκεί... κλητήρες... αστυνόμοι...
Εισαγγελία, Δικασταί, Συντάγματα και νόμοι.


Γεώργιος Σουρής

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

Φορολογία χωραφιών... Βύρων Γ. Πολύδωρας

Παν. Τέτσης

Τα χωράφια των Ελλήνων δεν είναι φορολογητέα ύλη. Είναι συστατικό ζωής. Του Έλληνα. Και απόδειξη της ιστορικής επιβίωσής του. Είναι όρος και όριον και ορισμός. Του ελεύθερου Έλληνα. Δεν είναι μόνον απλή μνήμη και ανάμνηση. Είναι μνήμα των προγόνων του. Δεν είναι στοιχείο της λογιστικής. Είναι «στοιχειό» της ψυχής και λογισμός του νου. Του Έλληνα. Είναι η ίδια η χώρα μας στο χαϊδευτικό υποκοριστικό της: Χωράφι. Όχι «αγροτεμάχιο», πράγμα που είναι κάτι διάφορο, που καταχρηστικά υπάρχει όχι ως χωράφι, κτήμα ή περιβόλι, αλλά ως μέτρο και μέσο εξωαγροτικής συναλλαγής. Όχι τέτοια τεχνάσματα. Και για να δουν οι αρμόδιοι το βαθμό της βαρβαρότητας της πράξεως ας πουν την αλήθεια ή ας επιγράψουν τον νόμο με το όνομά του – αν το τολμούν – ήτοι, «φορολογία χωραφιών». Θα εννοήσουν τότε την ηθική διαφορά! Στα χωράφια βρίσκει κανείς το εμπράγματο νόημα του Σαλαμίνειου παιάνα που μας παραδίδει ο Αισχύλος, ο οποίος πολέμησε εκεί και τον τραγούδησε ο ίδιος:
 «Ω παίδες Ελλήνων, ίτε, Ελευθερούτε
πατρίδα, ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων
νυν υπέρ πάντων αγών»!
 (Ω παίδες Ελλήνων, εμπρός να κρατήσετε ελεύθερη την
πατρίδα, τα παιδιά μας, τις γυναίκες μας, τα ιερά
των θεών των πατέρων μας, και τους τάφους των προγόνων μας, τώρα, για όλα αυτά ο αγώνας!)
 Είναι το απόλυτο περιεχόμενο της προαιώνιας απάντησης «Μολών λαβέ»! Είναι το «γιατί» στο «ΟΧΙ» του ’40, που αναμνησθήκαμε και ετιμήσαμε σήμερα και πάντα (όσοι Έλληνες, πλην βεβαίως των αδιάφορων «κοσμοπολιτών» συγκατοίκων μας). Δεν είναι μόνον η κυριότητα του μέρους, του απειροελάχιστου μεριδίου της χώρας. Δηλαδή του απόλυτου εμπράγματου δικαιώματος του ασκουμένου με εξουσία «κατ’ αρέσκειαν» που ανήκει πατροπαράδοτα και κληρονομικώ δικαίω και εξ αίματος σε έναν Έλληνα και όχι σε κάποιον ξένον, ίσως και ανώνυμο λόγω funds αγοραστή. Είναι η ψυχική σύνδεση του Έλληνα με την έννοια του Συνταγματικού δικαίου «εδαφική ακεραιότητα. Μέσω του χωραφιού η έννοια αυτή δεν είναι κούφια. Γίνεται μεστή περιεχομένου. Δεν συνδέεται ο Έλληνας πολίτης με την πατρίδα του μέσω του «τραπεζικού του λογαριασμού» ή έστω του διαμερίσματος σε πολυκατοικία ή και του «estate» ή της «farm» ή της hacienda (αγγλοσαξωνικού ή αμερικανικού ή του λατινομεξικάνικου τύπου ιδιοκτησίας αντίστοιχα).
 Αλλά συνδέεται με την πατρίδα του μέσω του χωραφιού του, στο χωριό του, στον τόπο των προγόνων του. Και ας είναι αυτό μη μετρημένο σε στρέμματα, αλλά απλά οριοθετημένο με τα σύνορα του όμορου, του διπλανού του, και ας είναι χωρίς συμβόλαια, αλλά αποκτημένο όχι απλά διά χρησικτησίας αλλά με έναν άλλο πιο ισχυρό τρόπο κτήσεως κυριότητας, την πατροπαράδοτη και παμπάλαια χρήση (vetustas), και ας είναι άγονο και ας είναι χέρσο και ας είναι ακαλλιέργητο και ας είναι εγκαταλελειμμένο και ας είναι λογγωμένο. Αυτός είναι ο ιερός δεσμός. Είναι η ιερή ουσία που σαν τον ιερό άρτο
 «μελίζεται και διαμερίζεται, μη διαιρούμενος,
ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος,
αλλά τους μετέχοντας αγιάζων».
Αυτή είναι η σχέση μας. Όσοι δουλοπάροικοι στα λατιφούντια, στα μεγάλα φεουδοτιμάρια της Ευρώπης, μας θεωρούν ομοίους τους κάνουν λάθος. Είμαστε ανόμοιοι. Διαφέρουμε. Εκείνοι βρέθηκαν ως πράγμα (res) στο κτήμα του αφέντη. Εμείς καταφύγαμε στο χωράφι που εκχερσώσαμε στα βουνά μας με τα νύχια μας, ούτε καν με τις αξίνες, για να βρούμε εκεί καταφύγιο επιβίωσης και ελευθερίας. Από αυτά τα χωράφια – να μην ξεχνάμε – ετράφησαν οι επαναστάτες του 1821, οι πολεμιστές των Βαλκανικών πολέμων, της Μικρασίας, του 1940 και της Εθνικής Αντίστασης! Από καμμιά άλλη επιμελητεία δεν ανετράφησαν, δεν έφαγαν ψωμί. Τα χωράφια της υπαίθρου χώρας «έζησαν» και τους καταφυγόντες εκεί στην «Κατοχή» Αθηναίους και μέτοικους στις πόλεις. Τους περίμεναν όχι με την αφθονία των αγαθών αλλά με τα ελάχιστα (των θαυματουργών «πέντε άρτων», με την πολλαπλασιαστική τους δύναμη διατροφής). Και τους περιμένουν πάντα για να τους ζήσουν ξανά σε ώρα ανάγκης. Ο τόπος της ψυχολογικής ασφάλειάς τους. Το δυνητικό τους καταφύγιο.
 Αυτά τα χωράφια επιχειρούν τώρα να τα δημεύσουν μέσω της φορολογίας, μολονότι κάτι τέτοιο είναι προδήλως αντισυνταγματικό. Το άρθρο 17 του Συντάγματος λέει: «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους και κανένας δεν την στερείται παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια ύστερα από αποζημίωση…». Δεν λέει ύστερα από δήμευση μέσω φορολογίας! Πώς το κρίνει κανείς αυτό, δεδομένου ότι το Κράτος ούτε έσοδα δεν θα μπορέσει να εισπράξει από τη φορολογία αυτή; Σημειώνεται εν παρόδω ότι πουθενά στην Ευρώπη ή στον ελεύθερο δημοκρατικό κόσμο δεν φορολογείται γη ή άλλη ακίνητη περιουσία που δεν αποφέρει εισόδημα. Το εισόδημα πάντα φορολογείται. Τότε γιατί το κάνουν; Απλά, για να αποκόψουν τους Έλληνες από τις ρίζες τους. Ώστε ο άνεμος του πειράματος της παγκοσμιοποίησης να τους πάρει και να τους σηκώσει και να τους διώξει μακρυά. Και να μείνει έτσι μια χώρα ακατοίκητη. Ή κατοικούμενη από ξένους και μετανάστες αλλόφυλους – απολογούμαι γιατί είμαι τόσο «βλάσφημος» και μιλώ τη γλώσσα του μη πολιτικώς ορθού – ή από κοσμοπολίτες, νεοείσακτους καταληψίες μέσω funds! Έχει λεχθεί μέσα στη θύελλα μια φράση. Πολύ αληθινή. Σαν αίμα.
 «Εμείς το μόνο που διαθέτουμε είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας.
Αυτά, αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει όπου βρει κέρδη,
δεν μπορούν να κινηθούν και παραμένουν μέσα στη χώρα που κατοικούμε».
Ας εννοήσουν οι κυβερνώντες – εάν μπορούν – το νόημα και τις αλήθειες των παραπάνω σκέψεων. Η διαδικασία φορολόγησης των χωραφιών μας και της κατ’ ακολουθίαν τελικής πτωχοποίησης, ακόμη και της μετάλλαξής μας σε ακτήμονες και σε ανέστιους-αστέγους, θα μπορούσε να περάσει όπως έχει προ αιώνων (όχι σήμερα) περάσει στους «πολίτες» της Ευρώπης ή όπως είχε περάσει στους «πολίτες» του υπαρκτού σοσιαλισμού, αν δεν είχαμε μάθει εμείς να ζούμε με όσια και ιερά. Αν δεν είχαμε το δικό μας εικονοστάσι (αξιών και συμβόλων) εκεί, στο χωράφι του χωριού μας, συνυπάρχον με την ίδια την ύπαρξή μας ως λαού. Λαός σημαίνει, ας λεχθεί στο σημείο αυτό, βραχάνθρωπος, δηλαδή αυτοφυής, αυτόχθων πολίτης. Τώρα, και πάντοτε όσο υπάρχουν ακόμη Έλληνες, η φορολόγηση-δήμευση των χωραφιών μας δεν περνάει. Ας το καταλάβουν καλά! Όσο γίνεται πιο γρήγορα, τόσο πιο καλά. Για την κοινωνική ειρήνη και συνοχή!


Βύρων  Γ. Πολύδωρας

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013

Οὔτε... Γιάννης Πατίλης

Παναγιώτης Τέτσης

Τί δίδασκε δολος το Καίσαρα;
Μ τος πράσινους οτε
οτε μ τος βένετους·
μ τς σταγόνες τς βροχς κα μ τν παγωμένο έρα,
τ νοιχτ μανιφέστο τς θάλασσας προσυπογράφω,
μ τ πρόσωπα λα σο πι μαρα κα τυραννισμένα
μ λους σους νασαίνουν μ τ μύτη κα τ στόμα.


Γιάννης Πατίλης

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Ξοφλημένος... Κων/νος Μάστρακας

Παναγιώτης Τέτσης


Ξοφλημένος

Γύρευα να πληρώσω,
έτρεχα αγωνιωδώς σ’όλα τα ταμεία.
Τι χρωστάω;Ρώταγα με περισσή αγωνία.
Να πληρώσω, τι χρωστάω; Ρώταγα τους πάντες.
Τι χρωστάω;
Με κοίταζαν περίεργα, στην αρχή κάποιοι μου έκαναν λογαριασμό.
Τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι…
Πλήρωσα έξι το ξιδόλαδο.
Με είπαν κορόιδο, μα δε με νοιάζει,
πλήρωσα έξι το ξιδόλαδο.
Όμως επέμενα.
Τι χρωστάω;
Κάποιοι με κοίταξαν παράξενα,
κάποιοι μου έφεραν λεφτά,
ρώτησαν τι χρωστάνε.
Εγώ χρωστάω, είπα.
Με ξανακοίταξαν παράξενα.
Βέβαια, σκέφτηκα, τέτοια εποχή που ζούμε
τι ερωτήσεις είναι αυτές;
Κύριε, μου είπε ένα γκαρσόνι,
δεν χρωστάτε τίποτα,
είστε για πάντα και τελείως ξοφλημένος.

Κωνσταντίνος Μ. Μάστρακας, Ζώνη Ασφαλείας, εκδ. Andy's

Σάββατο 3 Αυγούστου 2013

Δήθεν... Niccolo Machiavelli

Παναγιώτης Τέτσης


…Όταν υπάρχουν πολλοί δήθεν Ηγέτες που σκοτώνονται μεταξύ τους για το ποιος είναι ανώτερος, ικανότερος, δυνατότερος και εξυπνότερος, τότε σίγουρα όλοι τους δεν είναι παρά μετριότητες. Το μόνο που κάνουν είναι να προσφέρουν θέαμα στους υφισταμένους τους. Και μόνη η εμφάνιση εκείνου που έχει το φυσικό χάρισμα του Ηγέτη είναι ικανή να κάνει τους ανεπαρκείς να παραμερίσουν να περάσει και τους υφισταμένους να υποκλιθούν…

Niccolo Machiavelli, Ο Ηγεμόνας