Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017

Η επιστροφή του Ασώτου... παπα-Γιώργης Δορμπαράκης

Rembrandt

«Αναστάς πορεύσομαι πρός τόν πατέρα μου» (Λουκ. 15, 18)
  Είναι τρομερή η ενέργεια που περικλείει η παραβολή του ασώτου, κι αυτό γιατί προεκτείνει τη δυναμική της μετάνοιας.
Δεν είναι τυχαίο, γι’ αυτό, που η παραβολή του ασώτου, κατά την εκκλησιαστική ορολογία, έχει χαρακτηριστεί ως «το μαργαριτάρι των παραβολών του Κυρίου» και ως «το ευαγγέλιο των ευαγγελίων»
  Δεν θα ασχοληθούμε με την περίπτωση του μεγάλου γιου: αυτός λειτουργεί με τρόπο που ενώ εξωτερικά φαίνεται να είναι καλός και υποτακτικός, στην πραγματικότητα είναι στην αντίπερα όχθη του Πατέρα του. Δεν μπορεί να κατανοήσει την αγάπη του, δεν νιώθει καν ότι είναι γιος του. Ο Πατέρας του τον αντιμετωπίζει διαρκώς ως γιο του - «όλα τα δικά μου είναι δικά σου» - εκείνος επιμένει να έχει τη συνείδηση δούλου και μισθωτού - «τόσα χρόνια σου δουλεύω». Πρόκειται για μία διαφορετικού τύπου από ό,τι στον μικρό γιο κατάντια στην αμαρτία, για μία άλλη ασωτία, όπως έχει ειπωθεί, στην οποία δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια λύση. Η τελική στάση του μεγάλου γιου μένει μετέωρη. Ο Χριστός δεν κάνει αποτίμηση αυτής.
  Στον μικρό γιο όμως τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα: ο μικρός γιος, λόγω της φυγής από το σπίτι του Πατέρα, έχει οδηγηθεί σε έσχατη πτώση: ζει στερημένα («ήρξατο υστερείσθαι»), πεινάει και νιώθει ότι χάνεται («λιμώ απόλλυμαι»), γίνεται δούλος άλλων («εκολλήθη ενί των πολιτών»), ενώ το αίσθημα της ορφάνιας τον έχει καταβάλει («ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου»). Κι είναι μία τραγική κατάσταση, που αξιολογικά επιβεβαιώνεται από ό,τι ο Πατέρας του θα πει αργότερα: «Ούτος ο υιός μου νεκρός ην… και απολωλός». Νεκρός και χαμένος.
Στον μικρό γιο όμως παρακολουθούμε και την ανάστασή του από την πτώση του: «αναστάς» - ό,τι κατανοείται ως μετάνοια.  Έρχεται κάποια στιγμή που συναισθάνεται τι είχε συμβεί, που νιώθει την εξαθλίωση της υπάρξεώς του – «εις εαυτόν ελθών», συναισθάνθηκε τι του είχε συμβεί – και αποφασίζει να αλλάξει.
«Αναστάς πορεύσομαι προς τον Πατέρα μου». Ο άσωτος μπορεί να είχε χαθεί μέσα στις αμαρτίες, μπορεί να είχε νεκρωθεί προσωρινά από ό,τι έκανε, όμως ακριβώς αυτό γίνεται η αφορμή να θυμηθεί το πρόσωπο του Πατέρα, του γεμάτου αγάπη και στοργή απέναντί του. Θα λέγαμε ότι βρίσκεται σε ένα είδος προνομιακής θέσεως: έχει σπίτι και έχει Πατέρα, που τον αγαπά. Δεν θυμίζει τούτο αυτό που έλεγε ο Γέροντας Παϊσιος, ότι τα παιδιά που απομακρύνονται από τον Θεό, ενώ σχετίζονταν μικρά με την Εκκλησία, δεν πρέπει να τα φοβόμαστε, γιατί, όταν συνέλθουν, θα ξέρουν πού θα γυρίσουν; Για να πει στη συνέχεια: εκείνα που δεν γνώρισαν καθόλου τον Θεό, αυτά να λυπάσθε. Γιατί όταν θα έλθει η στιγμή να συνέλθουν, δεν θα ξέρουν πού να πάνε.
  Η εικόνα του φιλόστοργου και φιλεύσπλαχνου Πατέρα λοιπόν είναι και το κρισιμότερο στοιχείο για να υπάρξει και να λειτουργήσει η μετάνοια στον μικρό γιο, τον άσωτο, τον καθένα δηλαδή από εμάς άνθρωπο. Δεν φαίνεται να ήταν πρωτίστως οι συνέπειες της αμαρτίας, αλλά η εικόνα του Πατέρα εκείνο που έδωσε την αποφασιστική ώθηση στον άσωτο για να μετανοήσει. Αν ο άσωτος μέσα στην κατάντια του και την απελπισία του είχε ως εικόνα Πατέρα έναν σκληρό και αυστηρό ελεγκτή και δικαστή, ουδέποτε θα είχε πάρει τον δρόμο της επιστροφής. Η κατάντια θα ήταν μόνιμη. Και σίγουρα θα γινόταν χειρότερη. Ο Πατέρας του όμως – το πρότυπο για κάθε αληθινό πατέρα – παρουσιάζεται με αληθινή αγάπη απέναντί του. 
Η πλήρης αγάπης στάση Του είναι και το πιο καθοριστικό στοιχείο της παραβολής. Δεν είναι τυχαίο που είπαν ότι αν χάνονταν όλες οι άγιες Γραφές, αλλά κάποιος προλάβαινε να κρατήσει τη συγκεκριμένη σελίδα με την παραβολή του ασώτου, θα ήταν και μόνη αυτή αρκετή για να αναπληρωθεί όλη η διδασκαλία του Κυρίου.
Και τι γίνεται πια με τη μετάνοια του ασώτου; Αναγνωρίζοντας τις αμαρτίες του, παίρνοντας τον δρόμο επιστροφής στον Πατέρα του, θέλει να εκφράσει τα συναισθήματά του με την εν ταπεινώσει εξομολόγησή του. «Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου∙ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου∙ ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου». Καταλαβαίνει ότι η ντροπή δεν είναι στη μετάνοια και την επιστροφή του. Ήταν στην κατάσταση της αμαρτίας του. Κι η πορεία επιστροφής του παίρνει γι’ αυτόν την πιο απρόσμενη εξέλιξη: ο Πατέρας είναι Αυτός που τρέχει προς αυτόν. Για να τον αγκαλιάσει, να τον αποκαταστήσει στην πρώτη δοξασμένη θέση του, να κάνει το μεγαλύτερο πανηγύρι που μπορούσε. Χωρίς μάλιστα όχι να τον επιπλήξει, αλλ’ ούτε καν να τον ρωτήσει.
(Απόσπασμα)
παπα-Γιώργης Δορμπαράκης
ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ
http://pgdorbas.blogspot.gr




Τετάρτη 1 Ιουλίου 2015

Κι αυτό θα περάσει... παπα Γιώργης Δορμπαράκης

Γ. Τσαρούχης
Τ πόσταγμα λήθειας τς ζως,
δια φιλοσοφία:
Κι ατό θά περάσει!
μονιμότητα, λέξη οτοπική,
τν συνδικάτων μόνον ατημα καί δεολογία.
Πς νά δεθες μ ατό πού δη φυγε;
Πς νά σταθες σ ,τι πορεύεται καί πάει;
Κάθε τι πού νιωσε τό φς
χει τό σπέρμα τς φθορς:
τό νέο ρχεται, προβάλλει!

Κι ατό θά περάσει!
Κέντημα πέρθυρου στ ρχονταρίκι
τ η Γιώργη τν Βασσν,
σο κρατώντας στό κελλί
το μοναχο τό ταπεινό:
Σήμερον μο, αριον λλουνο,
καί ποτέ κανενός!
Ρωγμή φωτός
πού παραπέμπει στό μόνο
μόνιμο κι ληθινό:
τόν Ιησο Χριστό, πού ναι
῾ὁ ν, ν καί ρχόμενος!

Πηγή: ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ- παπα Γιώργης Δορμπαράκης

http://pgdorbas.blogspot.gr/

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015

Γιατί εορτάζουμε την Πρωτοχρονιά;..


Μέσα στό χαρμόσυνο καί ορταστικό πνεμα χι μόνο τν μερν τν Χριστουγέννων λλά καί τς πρώτης μέρας το νέου τους, ς πιτραπε νά θέσουμε να μλλον προκλητικό κι σως παράδοξο θεωρούμενο ρώτημα: γιατί ορτάζουμε ο νθρωποι τήν πρωτοχρονιά; Γιατί βλέπουμε πολλούς νά ξενυχτον μέ τήν προσδοκία τς λλαγς το χρόνου, κφράζοντας τή χαρά τους μέ τραγούδια, πυροτεχνήματα, γκαλιές καί φιλιά; Λογικά καί φυσιολογικά δέν θά πρεπε μέρα ατή, γιά τόν κοσμικό μάλιστα νθρωπο, νά χει παισιόδοξο χαρακτήρα, φο τόν φέρνει να βμα πιό κοντά στό τέλος τς ζως του; Ο χρόνος δέν εναι συνυφασμένος πάντοτε μέ τή φθορά καί τόν θάνατο; Γλεντνε καί ξεφαντώνουν ο νθρωποι γιατί θά πεθάνουν;

Μία πρώτη ξήγηση σως εναι τι ο νθρωποι γνοον τό γεγονός το θανάτου, χι βεβαίως μέ τήν ννοια τς καθαυτήν γνώσεως, λλά τήν παρξιακή: παρακάμπτουν τόν προβληματισμό το θανάτου γιά τόν αυτό τους. Τόν βλέπουν ς κάτι τό πολύ μακρινό καί πάντως...χι γιά κείνους. Κι νας λόγος εναι τι κόσμος σως εναι πολύ βολικός γι ατούς. Γιατί νά δέχονται λογισμούς πωλείας του; Οπότε πό τήν ποψη ατή κινονται σ να πίπεδο ψευδαισθήσεων καί διαμορφώνουν συμπεριφορά αώνιου καί θάνατου νθρώπου.

Μία δεύτερη ξήγηση εναι τι ο νθρωποι βεβαίως λαμβάνουν πόψη τήν κυριαρχία τς φθορς καί το θανάτου μέσα στόν χρόνο, μά προσπαθον νά συμφιλιωθον μέ ατήν, θεωρώντας τόν θάνατο πλά κάτι τό φυσικό. Μέ τήν ννοια ατή σκέψη ατν τν νθρώπων διαμορφώνεται ς ξς: Τό διάστημα πού μο πομένει νά ζήσω, ς τό γλεντήσω. Κι εναι ενόητο τι θέση ατή, χωρίς κανένα προβληματισμό γιά Θεό καί πνευματική ζωή, κφράζει τήν πρακτική λεγόμενη θεΐα, τήν θεΐα δηλαδή το φρονος νθρώπου τς γνωστς παραβολς, ποος κινεται πάντοτε μέ τό ξίωμα φάγωμεν καί πίωμεν, αριον γάρ ποθνσκομεν.

Υπάρχει μως καί χριστιανική ξήγηση, ποία κινούμενη σ ντελς διαφορετική βάση πό τίς προηγούμενες κατανοε τήν πρωτοχρονιά ς γεγονός χαρμόσυνο γιά δύο βασικούς λόγους. Πρτον, γιατί τό πέρασμα το χρόνου φέρνει τόν χριστιανό πιό κοντά στόν γαπημένο του Κύριο, φο μέ τόν θάνατο θά καταργηθε ανιγματική, σάν θέα μέσα πό καθρέπτη, σχέση του μέ Ατόν τς παρούσας ζως καί θά Τόν βλέπει πρόσωπον πρός πρόσωπον κατά τόν πόστολο·δεύτερον, γιατί μέ κάθε πρωτοχρονιά πιβεβαιώνεται γάπη το Θεο γιά τούς νθρώπους, Οποος φαίνεται τι παρατείνει τήν γιά δεύτερη φορά λευσή Του, προκειμένου λοι ε δυνατόν ο νθρωποι νά νταχθον στήν Βασιλεία Του. Μέ λλα λόγια πρωτοχρονιά, ς ναρξη το νέου χρόνου καί συνεπς παράταση το χρόνου, ρμηνεύεται ς τό περιθώριο πού δίνει Θεός στό κάθε πλάσμα Του γιά νά μετανοήσει, νά λλάξει δηλαδή τρόπο ζως καί νά μπορέσει νά συντονιστε μέ τόν δικό Του ρυθμό ζως πού δέν εναι λλος πό τήν γάπη. Ατό φαίνεται νά εναι καί σκοπός τς δωρες το χρόνου κατά τόν Λόγο το Θεο, πως τό λέει γιά παράδειγμα Αποκάλυψη το Ιωάννη: δωκα ατ χρόνον να μετανοήσ (Αποκ. 2, 21), κι πόστολος Παλος: τό χρηστόν το Θεο ες μετάνοιαν γει (Ρωμ. 2, 4), ατό φαίνεται νά εναι καί τό νόημα τς εχς τς πρωτοχρονις τς Εκκλησίας μας ς δοξολογικς ρχς το νέου τους. Προφανς γάπη το Θεο μας μς μπιστεύεται περισσότερο πό ,τι μες τόν αυτό μας καί τόν συνάνθρωπό μας.

Υπό τό παραπάνω πνεμα ν πρωτοχρονιά φαίνεται νά λειτουργε γιά τούς κκοσμικευμένους χριστιανούς ς φορμή γιά ντατικοποίηση τς ξωστρέφειάς τους, μέ τήν ννοια τς ναζήτησης τν ασθητν στηριγμάτων το κόσμου τούτου, στε νά διασκεδάσουν τόν ποσυνείδητο φόβο τους γιά τή φθορά καί τόν θάνατο καί τόν τρόμο τους μπροστά στήν ῾ἄδεια πό νόημα καρδιά τους, γιά τούς συνειδητούς χριστιανούς λειτουργε ς ρέθισμα τς ρθς σωστρέφειας: τς στροφς μέσα στήν καρδιά, μέ τήν ννοια τς ναζήτησης τς πληρέστερης σχέσης μέ τόν Θεό: τόν Θεό πού ζομε δη στήν Εκκλησία ς μέλη της νά Τόν ζήσουμε πιό βαθιά καί πιό ντονα. Κι ννοομε ατό πού λέει καί σήμερα ορταζόμενος οκουμενικός Πατέρας καί Δάσκαλος τς Εκκλησίας μας Μέγας Βασίλειος σέ νάλογο προβληματισμό: ῾῾Ο νος το νθρώπου, σημειώνει, πού δέν χάνεται καί δέν διαχέεται μέσω τν ασθήσεων στά πράγματα το κόσμου, πιστρέφει μέσα στόν αυτό του καί μέσω το αυτο του νεβαίνει στόν διο τόν Θεό. Μή λησμονομε τόν λόγο το Κυρίου τι ῾ἡ βασιλεία το Θεο ντός μν στι.

Ετσι μπορε χρόνος νά εναι συνδεδεμένος μέ τή φθορά καί τόν θάνατο, φαίνεται μως τι φήνει νοικτή τήν λπίδα στόν νθρωπο: μέσα στόν χρόνο νθρωπος μπορε νά μετανοήσει, νά βρε τόν αυτό του, νά βρε τόν Θεό του. Σάν χριστιανοί, ναί, χουμε λόγο νά χαιρόμαστε καί νά πανηγυρίζουμε. Μς δίνει τό δικαίωμα ατό νανθρώπηση το Χριστο μας, Οποος μπκε ς Θεός μέσα στόν χρόνο γενόμενος νθρωπος, τόν γέμισε μέ τήν για παρουσία Του καί τόν λλαξε, βάζοντας τίς ράγες του πιά πάνω στήν τροχιά το Ορανο. πρωτοχρονιά καί κάθε στιγμή το χρόνου κτοτε γινε καί γίνεται παναβεβαίωση τς θέας τς Βασιλείας το Θεο. Νά βλέπουμε τόν Χριστό μας, νά βλέπουμε τούς γγέλους καί τούς γίους μας μέσα πό τά γυαλιά το χρόνου. Τί μορφη προοπτική! Τί ληθινή μπειρία!

παπα Γιώργης Δορμπαράκης