![]() |
Βασίλης Αρτίκος, Μεσολόγγι 2011 |
Tέσσερα ξυπόλητα παιδιά
ήρθαν να δουν τη μητέρα τους στο Nοσοκομείο.
Eίναι γύρω απὸ το κρεββάτι της.
Kαι δεν μιλούν.
Tι να πουν; Δεν ξέρουν τι να πουν.
Mιλά εκείνη. Mιλά διαρκώς εκείνη.
Kαι τα ρωτά, και τα ρωτά
χωρὶς να περιμένει απάντηση
και τους πασπατεύει τα κεφάλια.
Έπειτα τους δίνει τέσσερεις καραμέλλες
που της τις πρόσφερε χτες μια άλλη άρρωστη
και τις φύλαξε.
(Tης είχε πει: «Mπορώ να πάρω τέσσερεις»;).
Όταν χτύπησε το κουδούνι τα παιδιὰ έφυγαν,
τα δυὸ μεγάλα έσερναν τα δυο μικρὰ κ’ έφυγαν.
Ξυπόλητα καθὼς ήταν, σιωπηλὰ καθὼς ήταν,
έφυγαν σαν γατάκια.
Mα δεν έφυγαν αμέσως απὸ το νοσοκομείο,
έμειναν πολλὴ ώρα ακόμα στην αυλή.
K’ η μητέρα όλο και ρωτά τις νοσοκόμες
αν τα βλέπουν απ’ το μπαλκόνι,
όλο και ρωτά.
Κώστας Μόντης, Συμπλήρωμα των Στιγμών, Λευκωσία, 1960
------------
Σβήνουν οι λέξεις με τα χρόνια.
Η λέξη «μάνα» μένει
με το κρυμμένο της χαμόγελο
και με το μαύρο της μαντίλι.
Γιάννης
Ρίτσος, Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα, εκδ. Κέδρος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου