![]() |
| Georg Stefan Troller, Paris, 1953-56 |
Άλλοι γράφουν ποίηση
κι άλλοι κάνουν ποίηση,
όπως
άλλοι γράφουν για τον έρωτα
κι άλλοι κάνουν έρωτα.
Κωνσταντίνος M. Μάστρακας, Ζώνη Ασφαλείας, εκδ Andy’s
![]() |
| ph: by Georg Stefan Troller and gif by Joel Remy |
![]() |
| Pepi Merisio, Milano, 1955. |
Ω πόσα ποιήματα βιωμένα και όχι γραμμένα
σε καφενεία σταθμών ή σε ανήσυχες αποβάθρες
την ώρα που το σμίξιμο ακολουθεί το χαμό,
και πρέπει να ενωθείς με το πλήθος
ή άσκοπα να περιμένεις το νυχτερινό επιβάτη.
Ω πόσο προσφιλείς είναι αυτοί οι μεγάλοι χώροι όταν αδειάζουν
και μένεις ασάλευτος, ανάμεσα στη γη και τον ουρανό
σαν το κυπαρίσσι,
που χρόνια ονειρεύεται ν' αφήσει τους τάφους, να γίνει
κατάρτι σε πλοίο.
Τάσος
Κόρφης, Ποιήματα, εκδ. Πρόσπερος
![]() |
| William Smith |
(πόσα χρόνια)
δίχως φωτιά δίχως λυχνία
εγώ που αγκάλιαζα μονάχα
τη σιωπηλή σκιά μου
γύμνωσα τα χείλη
για να ψάλουν
τον ερχομό σου.
Τόσο φτωχός ήμουν Αγάπη
τόσο φτωχός
που δεν είχα στην παλάμη ένα χάδι
για ν' αγοράσω τις ώρες μου
που δεν είχα ένα νόμισμα φιλιού
για να δώσω του σκιώδη καπετάνιου
να με περάσει στην αντίπερα όχθη.
Όλη τη ζωή μου ασώτεψα
σκάβοντας την έρημο
και περιμένοντας χωρίς να το γνωρίζω
το σπόρο των βλεμμάτων σου.
Γιάννης Ρίτσος, Εαρινή συμφωνία–ΧΙ, Ποιήματα, εκδ. Κέδρος
![]() |
| Peter Fernau, Buenos Aires |
Μύρισαν τα χώματα βροχή·
περασμένα μύρισε η ψυχή…
–Τη θυμάσαι, αλήθεια, τη χρονιά
στης αγάπης μας τη γειτονιά;
Όμοιο καλοκαίρι δροσερό
το θυμάσαι, εκείνον τον καιρό,
τότες που βρεχόμαστε μαζί,
από μαγαζί σε μαγαζί,
κι απ' αυλή κονεύαμε σ' αυλή
με τ' αποβροχάρικο πουλί,
με το χελιδόνι το πουλί,
κάτω απ' τη δροσούλα την ψιλή,
και τρεχάλαγες, κάτω απ' τις αριές,
τις κοντακιανές τις πιπεριές;
Τραγουδούσε η πέτρα τον ηχό,
κι απ’ το κοριτσίστικο τρεχιό.
Κ’ η ψιχάλα που έπιανε ξανά,
ράντιζε τα χέρια σου, γυμνά...
–Κατά δω θα πάμε ή κατά κει;
(γνώριμοι μην έβγουν και δικοί).
–Κατά δω να βγούμε ή κατά κει;
(το καινούριο τσίτι μη βραχεί).
Τέλλος Άγρας
(Ανθ. Η.&Ρ. Αποστολίδη)
![]() |
| Richard Brocken |
Μια ιππασία στα σύννεφα
μια κάμαρη όπου γδύθηκε κορίτσι αγαπημένο
ένα μπουκέτο ημέρες ύστερα από βροχή
ο ήλιος
εγώ
που έσκαψα τόσες νύχτες για να τον ξαφνιάσω
δίνοντας μια κλωτσιά στην αμφίβολη
ευτυχία
-ναι, το εαρινό απόσπασμα
μου αφήνει την καρδιά
μου αφήνει τη γοητεία
να νιώθωμαι πάντοτε αλλού ενώ γερνώ εδώ πέρα.
Ω! λυγισμένη ευωδιά
κλωνάρι κρύο παιδί νερού
αγαθό μονοπάτι!
Οδυσσέας Ελύτης, Προσανατολισμοί
![]() |
| Wiener Zimmer |
Τους ποιητές, σκέφτεται,
καθώς ακούει να φτάνουν ως εδώ
μες στη μονήρη του κάμαρη,
οι γόοι τους.
Ανάμεσά τους,
οι πιο αγαπημένοι του
όπως
ο Κ. Π. Καβάφης,
που βλέποντας τα άθλια γηρατειά του,
δεν έχει εγκαρτέρηση καμιά
κι εκλιπαρεί την Ποίηση
τα φάρμακά της να του φέρει…
ή,
ο Κώστας Καρυωτάκης,
που αλυχτάει
μες στην απομόνωσή του αβοήθητος:
«δεν είναι πια τραγούδι αυτό,
δεν είναι αχός ανθρώπινος…»
κι από τα βάθη η Σαπφώ όλο παράπονο:
«κι αν το φεγγάρι έγειρε,
βασίλεψε κι η πούλια,
είναι μεσάνυχτα –
περνά περνά η ώρα
κι εγώ κοιμάμαι μόνη.»
Χρίστος Λάσκαρης, Απόγευμα
προς βράδυ, εκδ. Γαβριηλίδη