| Elliot Erwit |
…
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος
μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας.
Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος 2014
| Augusto Cantamessa |
Στο καφενείο του «Ρούλη» καθόμουνα τα μεσημέρια·
έρχονταν σε λίγο οι φίλοι με πονεμένα ποιήματα στα χέρια,
όμως οι καρδιές ήταν εκεί γελαστές
σαν αθώα παιδιά που κρατάνε μπαλόνια,
αδιάφορα αν κάνει κρύο ή ζέστη, αν φεύγουν τα χρόνια.
Κάπνα, ημίφως, τοίχοι ξεβαμένοι μεριές μεριές
στο καφενείο αυτό που τα λόγια μας βρίσκαν τον τόνο
του ονείρου. Που δεν είχαμε λέξεις παρα μόνο
για να τις κερνάμε. Και οι διακριτικές σιωπές
μας άφηναν κάποτε μόνους, τον ένα δίπλα στον άλλο:
πίσω από τα τζάμια βλέπαμε, ως συνήθως, τον μεγάλο
φοίνικα, που είναι εκεί, κάτω από ήλιο ή βροχές.
Τάσος Αναστασίου, περ. Πλανόδιον τχ.
17
| Monica Bellucci by Ellen Von Unwerth |
Δεν ξέρω αν η αγάπη που προσφέρεις
είναι αγάπη που έχεις ή λες ότι έχεις.
Μου την προσφέρεις. Αυτό αρκεί.
Δεν μπορούν τα χρόνια να με κάνουν νεότερο,
επομένως γιατί όχι οι ψευδαισθήσεις;
Οι Θεοί μας προσφέρουν λίγα,
και τα λίγα που προσφέρουν είναι πλαστά.
Αφού όμως τα προσφέρουν, όσο πλαστά κι αν είναι,
η προσφορά είναι αληθινή.
Την αποδέχομαι, και υποκύπτω στον πειρασμό
να σε πιστέψω.
Fernando Pessoa, Ανθολογία ερωτικής
ποίησης, εκδ. Πατάκη, 2013 μετ. Χάρης Βλαβιανός