Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

Οἱ λεοπαρδάλεις... Φαίδρος Μπαρλάς

Ν. Γύζης, Ιστορία



Οἰ  λεοπαρδάλεις

Τρυπώσαμε ὅλοι στὰ σπίτια μας ἔντρομοι
ὅταν φάνηκαν οἱ λεοπαρδάλεις στὴν πόλη.
Αγριεμένες, διψασμένες γιὰ αἷμα, κοιτάζανε
μ
ὲ μάτι θολὸ τὶς κατάκλειστες πόρτες -
μ
ὴ ξεμυτίση κανένας, νὰ τὸν ξεσκίσουν.
Σιγὰ-σιγὰ ὅμως,
θέλεις τ
ὸ κρέας –
πού κρεμότανε
ἄφθονο στὰ τσιγκέλια
τ
ῶν παρατημένων κρεοπωλείων
κα
ὶ καταπράυνε τὴν ἀρχαία,
τ
ὴν ἀχόρταγη πεῖνα τους –
θέλεις ο
ἱ ὡραῖες λιακάδες τῆς πόλης μας –
πού τ
ὶς χαιρόντουσαν, χουζουρεύοντας,
ξάπλα στ
ὴ μέση τῶν ἔρημων δρόμων –,
ο
ἱ λεοπαρδάλεις ἀρχίσανε,
ὅσο νάναι, νὰ ἡμερεύουν.
Ξεθαρρέψανε κάνας-δύο, τὶς πλησιάσανε,
τ
ὶς ταΐσανε μὲ λιχουδιές, ποὺ φυλάγαν,
γι
ὰ τέτοιες ὧρες ἀνάγκης, στὸ σπίτι.
Ο
ἱ λεοπαρδάλεις τὶς φάγανε -
γλείψαν κα
ὶ τὸ μουσούδι τους,
τεντωθήκανε.

«Φανερό», εἶπε κάποιος,
«δ
ὲν θὰ φᾶνε κ’ ἐμᾶς, ἅμα ξέρουν
π
ῶς θὰ τοὺ
ς ρίχνουμε λιχουδιές.»

Ἔτσι, σὲ λίγο καιρό, ξεθαρρέψαμε ὅλοι
ἀνοίξαμε πόρτες καὶ παράθυρα διάπλατα,
κυκλοφορούσαμε στο
ὺς δρόμους καὶ στὶς πλατεῖες,
ἄνθρωποι καὶ λεοπαρδάλεις ἀνάκατα.
Ἀπ’ τὸ τομάρι πιὰ μόνο μᾶς ξεχώριζες.

Βέβαια, παραμερίζαμε μὲ σέβας στὸ διάβα τους,
το
ὺς προσφέραμε τὰ καλύτερα κρέατα,
τ
ὶς ἐκλεκτότερες ποικιλίες ἀλλαντικῶν,
δηλώναμε, φωναχτά,
ὁ ἕνας στὸν ἄλλο,
π
ῶς ὡραιότερα ζῶα ἀπὸ αὐτά,
πο
ῦ ἡ παρουσία τοὺς τιμοῦσε τὴν πόλη μας,
δ
ὲν εἴχαμε ξαναδῆ στὴ ζωή μας!.

Μερικοί, μία φορά, παραπαίρνοντας θάρρος,
καθ
ὼς βλέπανε τὶς λεοπαρδάλεις νὰ μπαταλεύουν –
ἀπ’ τὸ πολὺ φαΐ ποὺ τοὺς ρίχναμε,
τ
ὴ λιακάδα, τὴν ξάπλα καὶ τὸ χουζούρι –
φαντάστηκαν π
ὼς θάταν βολετὸ νὰ τὶ
ς διώξουν.

Μὰ οἱ λεοπαρδάλεις τοὺς κάνανε χίλια κομμάτια,
πρ
ὶν προλάβουν ν’ ἁπλώσουν χέρι ἀπάνω τους.
Ἀπὸ τότε, τὸ βάλαμε καλὰ στὸ μυαλό μας,
τ
ὸ τυπώσαμε σ’ ὅλα τὰ βιβλία ζωολογίας,
τ
ὸ ἀποστηθίζουμε κάθε μέρα σὰν προσευχή:
«Δ
ὲν πειράζουν οἱ λεοπαρδάλεις,
ἂν δὲν τίς πειράξης.Μὴν τὶς πειράζης,
γι
ὰ νὰ μὴ
σέ πειράξουν.»

Ὅλοι πιά, πρόθυμα κ’ εὐσυνείδητα, τὶς ταΐζουμε,
πρόθυμα κ’ ε
ὐσυνείδητά τους φέρνουμε λιχουδιὲς -
κι
ὅσοι ἔχουνε χέρι ἁπαλὸ κι ἐπιδέξιο
το
ὺς χαϊδεύουν τὴ ράχη ἢ τὸ μουσούδι.
Κ’ οἱ λεοπαρδάλεις – ποιὸς θὰ τὸ πίστευε; -
τρίβονται λιγωμένες
ἀπάνω τους,
ἀφήνοντας μικρὰ μουγκρητὰ εὐχαρίστησης.

Αὐτὸς – καταλήξαμε- – εἶναι ὁ τρόπος
γι
ὰ ν’ ἀντιμετωπίζη κανεὶς τὶς λεοπαρδάλεις
κα
ὶ τὸν μαθαίνουμε τώρα καὶ στὰ παιδιά μας,
γι
ὰ νὰ τὸν μάθουν κι αὐτὰ
στ
ὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν τους:
ν
ὰ τὰ μάθουν ν’ ἀγαποῦν τὶς λεοπαρδάλεις,
ν
ὰ σέβωνται τὶς λεοπαρδάλεις,
ν
ὰ ταΐζουνε τὶς λεοπαρδάλεις,
ἀφοῦ γιὰ πάντα, ὅπως ξέρουμε, θάναι –
ἔξω ἀπὸ κακὸ ἢ ἀρρώστεια! –
ο
ἱ λεοπαρδάλεις ἀφέντες στὴ
ν πόλη μας.


Φαίδρος Μπαρλάς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου