![]() |
| Robert Doisneau, Paris 1947 |
Κανείς δεν με εμποδίζει να είμαι άγιος ή πρόστυχος
αλλά και κανείς δεν με βοηθάει σ’ αυτό.
Βράζω ελεύθερος στο ζουμί μου!..
Γιάννης Συμεώνογλου
(Ανθολογία Η.&Ρ.
Αποστολίδη)
![]() |
| Σαράντης Καραβούζης, λιθογραφία |
Απ' το μπαλκόνι του πουνέντε
μ' ένα χαμόγελο []
καλημέριζε τους διαβάτες ο πατέρας
κι η μάνα -με χούφτα γιομάτη έγνοιες-
τάιζε τα χελιδόνια…[]
Η αδελφή τον ήλιο έστυβε
για να ζεσταίνει τ' αγριολούλουδα
που φύτρωναν στη στέγη
κι εγώ στο βορινό παράθυρο
έπαιρνα χώμα απ' τη γλάστρα
κι έφτιαχνα λέξεις, σxήματα, ιδέες… []
Ήταν ωραίο το σπίτι μας
άρχιζε απ' τη μεγάλη σάλα της καρδιάς
και τέλειωνε πέρα στα χαμομήλια.
Γιώργος
Παπούλιας, Λακωνική σονάτα
![]() |
| Νίκος Εγγονόπουλος |
[]
Άκουσα τις γοργόνες που τραγούδαγαν η μια στην άλλη ένα σκοπό.
Σε μένα δε νομίζω πως θα τραγουδήσουν.
Τις είδα που κουβάλαγαν της θάλασσας τα κύματα
χτένιζαν των κυμάτων τα λευκά μαλλιά, που τα τραβούσε η αύρα
καθώς φυσούσε τα νερά, άσπρα και μαύρα.
Ώρα πολλή σταθήκαμε στα δώματα της θάλασσας
πλάι σε θαλασσοκόριτσα στεμμένα φύκια καστανέρυθρα ξεχνίομαστε
ώσπου ανθρώπινες φωνές μας αφυπνίζουν, και πνιγόμαστε.
T. S. Eliot, Το ερωτικό τραγούδι του Ι. Αλφρέδου Προύφροκ, μετ. Τάκης Καγιαλής,
![]() |
| Jeanne Moreau in The Bay of Angels, 1963 |
…ου γαρ ες Άδην
ελθούσ’ ευρήσεις τον φιλέοντα, κόρη.
Ασκληπιάδου
Όταν τους σύστησαν,
για μια στιγμή,
της κράτησε
σφιχτότερα το χέρι,
και περισσότερο
απ’ ότι επιτρέπουν
οι τρόποι οι καλοί.
Και από τότε αυτή,
όταν τον βλέπει,
κάνει
πως δεν τον ξέρει,
και φεύγει βιαστική·
γιατ’ είναι όμορφη—
και έτσι πρέπει…
Πάρις
Τακόπουλος, Τα ποιητικά
(2010-1950), εκδ. Ποταμός
![]() |
| Max Ernst |
…Είχαμε βάλει τον ήλιο στο τραπέζι,
κόκκινο και ζεστό,
σα βασιλόπιττα…
Πρώτα τ’ ανθρώπου
—να, αυτού που περνάει μπρος μας!—,
του φτωχού…
Έπειτα του σπιτιού…
Του σπιτιού…
Δε δόθηκε ποτέ το κομμάτι αυτό… Δε φτιάξαμε ποτέ μια σκεπή,
ένα παράθυρο ν’ αγναντεύουμε
δε φτιάξαμε τ’ όνειρο ενός σπιτιού
με τρία ξεχασμένα κλωνιά βασιλικό
στο πρεβάζι…
Μόνο ένα παλιό αδιάβροχο στρώναμε
και καθόμαστε, κι άκουγα το κλάμα σου,
κοιτώντας πέρα,
ακολουθώντας την άδεια ποταμιά του γαλαξία…
Δεν ήμουν ακόμα αρκετά παλληκάρι
να μπορώ να κλαίω…[]
Τίτος Πατρίκιος, Χωματόδρομος, 1954
(Ανθ. Η.&Ρ. Αποστολίδη)