![]() |
| Bob the Gambler, dic. Jean-Pierre Melville, 1956 |
Ύστερα από οχτώ χρόνια έμαθε
πως το τηλέφωνό της εκείνο το βράδυ ήταν χαλασμένο.
Μανόλης
Αναγνωστάκης, ΥΓ, εκδ.
Νεφέλη
![]() |
| Stef Morgante |
Έστειλε διάτα ο δυνατός Βεζύρης απ' την Πόλη
κ’ υφαίνουν άταιρο χαλί ραγιάδισσες κυράδες·
της ξακουστής Αγια-Σοφιάς θα το χαρούν οι θόλοι
κι απάνω του θα σκύψουνε προφητικοί χοτζάδες!
Παίρνουν οι κόρες το άλικο που έχουν στα χείλη, κι όλη
τη φλόγα που έχουν στην καρδιά τη χύνουν σ' εμορφάδες,
και μέρα-νύχτα υφαίνοντας, δίχως σταμό και σκόλη,
χλωμιάζουν, σα να λυώνουνε μαρμαρωτές λαμπάδες.
Περνούνε μήνες και χρονιές και σώνει το χαλί.
Κ' η πιο τρελλή της συντροφιάς πετιέται -η πιο τρελλή-
και λέει: « ̶ 'Ο, τι ξέρει ο δουλευτής, δεν ξέρει ο νοικοκύρης!
Στο πόδι!..» Και με χάχλανο, που αντήχησε ηχηρό,
πάνω στ' αγιόπρεπο χαλί ζυγιάζουν το χορό!..
(Να τόξερε ο Βεζύρης!..)
Όμηρος Μπεκές, Βιβλίο Α’ 1924
(Ανθ. Η.&Ρ. Αποστολίδη)
![]() |
| Max Iver |
Γύρισα στα ξανθά παιδιάτικα λημέρια,
γύρισα στο λευκό της νιότης μονοπάτι,
γύρισα για να ιδώ το θαυμαστό παλάτι,
για μέ χτισμένο απ’ των Ερώτων τ’ άγια χέρια.
Το μονοπάτι το ’πνιξαν οι αρκουδοβάτοι,
και τα λημέρια τα ’καψαν τα μεσημέρια,
κι ένας σεισμός το ’ριξε κάτου το παλάτι,
και μες στα ερείπια τώρα και στ’ αποκαΐδια
απομένω παράλυτος· σαύρες και φίδια
μαζί μου αδερφοζούν οι λύπες και τα μίση·
και το παλάτι ένας σεισμός το ’χει γκρεμίσει.
Κώστης Παλαμάς,
Η ασάλευτη ζωή