![]() |
| Harold Feinstein |
Στο τέλος, όλα σωπαίνουν
και μόνο στάζει μια βρύση.
Για να μπορείς να θυμάσαι.
Ορέστης
Αλεξάκης, Ο ληξίαρχος (1989)
![]() |
| Περικλής Βυζάντιος |
Στη μνήμη Εκείνου που τον ρέμβασε
Είσαι ένα λιμανάκι ελληνικού νησιού όλο κατάρτια
περήφανα υψωμένα·
φτωχά καΐκια αραγμένα,
φτωχά, αλλά που γνωρίσαν την αντάρα και την τρομάρα,
που φορτώθηκαν μόχθο και μετάφεραν πλούτος.
Είσαι άσπρο ελληνικό ερημοκκλήσι δαρμένο
από την αντηλιά!.. Γύρω-γύρω αμπέλια, μποστάνια,
καρποφόρες συκιές και, κάπου-κάπου, μοναχική,
και κάποια ελιά... Χρυσοφρυγαννισμένα τα χορτάρια
αχνίζουνε-άχυρο πιά· κι αντίς γι' αγγέλους, τα τζιτζίκια
σου κανοναρχούνε το κάθε απομεσήμερο έως αργά
με το δικό τους τρόπο τον Παρακλητικό Κανόνα...
Αναστραμμένο σου θρονί όλο το γαλάζιο
ενός απλού ουρανού, που πάλαι γίνηκε το Μέτρο των Δωριέων
και που αναπαύεται στεριωμένος στα χρυσάφια
του ευλογημένου μας πελάγους...
Τάκης Παπατζώνης, Εκλογή Β΄, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1962
![]() |
| Βούλα Παπαϊωάννου, Κάρυστος 1950 |
Όμορφα πόσο πουν' εδώ! Λαφροκυματισμένη!
Πώς κατεβαίνει η αμμουδιά και μες στο πέλαο μπαίνει!
Πέρα, για γάμο, γίγαντες μενεξελί φοράνε
και στον καθρέφτη του γιαλού την όψη τους κοιτάνε.
Κ’ εκεί στη ράχη, σαν φωτιές από κεριά στημένα,
τα κυπαρίσσια, μοιάζουνε για λειτουργιά αναμμένα.
Όμορφα πόσο πουν’ εδώ! Ας σταματήσω ολίγο,
πριν φτάσει η νύχτα η σκοτεινή και πάρει με να φύγω...
Γεράσιμος
Σπαταλάς, Ο βίος
μιας ψυχής, εκδ. Αρ. Μαυρίδης 1930
![]() |
| DsignerM, Σαντορίνη |
"...The sun had gone down but the trees
and the first houses of Kampos were still glowing
with the sunlight they had been storing up since dawn.
It seemed to be shining from inside them with the private,
interior radiance of summer in Greece
that lasts for about an hour after sundown so
that the white walls and the tree trunks and the stones fade
into the darkness at last like slowly expiring lamps.”
Patrick Leigh Fermor, Mani - Travels in the Southern Peloponnese, Publisher
New York Review Books
Ο ήλιος είχε πέσει, αλλά τα δέντρα
και τα πρώτα σπίτια του Κάμπου καιγόντουσαν ακόμα
από το φως του ήλιου πούχανε μαζέψει απ’ την αυγή
Μοιάζανε να λάμπουν από μέσα τους, απ’ τη δικιά τους εσωτερική ακτινοβολία
του ελληνικού καλοκαιριού,
που διαρκεί μιαν ώρα περίπου μετά τη δύση του ήλιου,
έτσι που οι άσπροι τοίχοι και οι κορμοί των δέντρων κ’ οι πέτρες χάνονται
επιτέλους, σιγά σιγά στο σκοτάδι, σαν λάμπες που αργοσβήνουν