Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

Ο ΘΕΟΜΠΑΙΚΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ.



Ο Θαλέλαιος κουσε νέκφραστα τήν καταδικαστική πόφαση τοΣυνοδικοΔικαστηρίου: καθαιρετο καί περιέπιπτε στήν τάξη τν πλν μοναχν. ῾Η θέση πού κατεῖχε μέχρι τότε ὡς ρχιεπίσκοπος τῆς μεγάλης πόλεως τῆς Θεσσαλονίκηςποτελοσε πιά ἕνα παρελθόν γι᾽ αὐτόν. ῞Ολοι αὐτοί τούς ὁποίους βλεπε πό τό ὕψος τοῦ ἀρχιεπισκοπικοῦ θρόνου, μικροί καί ἀσήμαντοι οἱ περισσότεροι, σκουλήκια᾽ πού σέρνονταν μπροστά του γιά νά τόν κολακέψουν καί νά τόν κανακέψουν, προσδοκώντας ἕνα βλέμμα εὐμένειας δικό του ἤ τήν μεσολάβησή του γιά νά πετύχουν κάτι μέσα στήν κοινωνία πού ζοῦσαν καί πού ἤξεραν τήν δύναμη καί τήν ἐπιρροή του, ὅλοι αὐτοί λοιπόν ξαφνικά μεγάλωναν καί γίνονταν ἕνα μ᾽ ἐκενον. Στήν σκέψη τοῦ χαιρέκακου βλέμματός τους ἀπό τήν ἱκανοποίηση τῆς κδικητικότητάς τους καθώς θά ἔβλεπαν τήν πτώση καί τήν ταπείνωσή του, ἔνιωσε δάγκωμα στήν καρδιά. ῾Ο γωϊσμός του τόν πόνεσε. Δέν ἔδειξε μως τίποτε τό πρόσωπό του. Παρακολουθοῦσε τά τεκταινόμενα μέ μία φαινομενική ἀταραξία.
Κοίταξε να να τά πρόσωπα τν συνοδικν πισκόπων. Σκληρά καί νάλγητα, δειχναν τεγκτοι στήν δικαιοσύνη πού πένεμαν. Τό κατηγορητήριο ταν συντριπτικό γι ατόν. Ο μάρτυρες κατηγορίες πάμπολλοι. Τά στοιχεα διάσειστα: εχε περιπέσει σέ πλθος παραπτωμάτων καί γκλημάτων πού τό μόνο πού προέβλεπε τό κκλησιαστικό δίκαιο γι ατά ταν καθαίρεση. Κι εναι λήθεια: μόνο τόν πρτο καιρό ταν προσεκτικός στήν σκηση τν καθηκόντων του. Ο πίσκοποι τν ποίων τίς τσέπες καί τά θησαυροφυλάκια εχε γεμίσει πό τά δρα του, πως καί ο πολιτικοί τούς ποίους εχε προσεταιριστε καί εχαν σκήσει πιέσεις γιά νά ψηφιστε στόν θρόνο τς Θεσσαλονίκης το τό εχαν τονίσει: πρόσεχε γιά νά μήν κτεθομε. Τόν πρτο καιρό λοιπόν ταν πράγματι προσεκτικός. Σιγά σιγά μως, σο περνοσε καιρός, συνειδητοποιοσε τήν δύναμη τς ξουσίας πού εχε ποκτήσει. Κι ρχισε νά μεθάει πό ατήν. Κανείς δέν μποροσε πιά νά τόν λέγξει. Κανείς δέν μποροσε νά τόν μφισβητήσει. Ηταν σόβιος ρχοντας.
Αρχισε νά ζε λοιπόν ς ρχοντας. Οχι βεβαίως μέ τόν τρόπο πού λέει Κύριος: ς πρτος καί σχατος λων, λλά μέ τόν τρόπο τόν κοσμικό: κδοτος σέ κάθε πάθος. Καί μάλιστα χωρίς νά προσέχει. Δέν ταν λίγες ο φορές πού τά τραπέζια πού κανε στήν πισκοπή συναγωνίζονταν τά λουκούλεια γεύματα τν βασιλιάδων. Δέν ταν λίγες ο φορές πού προκειμένου νά κανοποιήσει τούς πολιτικούς πού τόν βοήθησαν σκοσε παράνομες πιέσεις σέ κληρικούς καί λαϊκούς. Κι κόμη: χι μία δύο φορές πολλοί εχαν διαπιστώσει κάποιες περίεργες καί ποπτες συναντήσεις μέ κυρίες λευθερίων θν, πρόθυμες νά κανοποιήσουν κάθε γοστο, κόμη κι κκλησιαστικο λειτουργο, κρατώντας τό στόμα τους σφαλιστό μέ τό πουγκί πού τούς δινόταν πλούσιο κάθε φορά.
 Ναί, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Θαλέλαιος ἀπομυζοσε μέ τόν πιό κοσμικό τρόπο τήν ἐξουσία τοῦ θρόνου του. Ο διάδοχος τῶν ποστόλων καί τῆς ταπεινῆς καί μαρτυρικς ζωῆς τουςκύρωνε καθημερινά τήν ἐκκλησιαστική θέση του καί γινόταν διάδοχος τῶν αὐτοκρατόρων καί τῶν βασιλέων. Κι ὅπως συνήθιζε νά λέει: ῾᾽Εγώ μόνο στόν Θεό δίνω λόγο᾽. Δηλαδή στήν πραγματικότητα σέ κανέναν. Μόνον στόν ἑαυτό του.
Ξανακοίταξε τούς ἐπισκόπους δικαστές. ᾽Ανασκάλεψε τήν μνήμη του γιά ὁρισμένους ἀπό αὐτούς. Τούς εἶδε τίς ὧρες πού τόν προσήγγιζαν μέ τρόπο γλοιώδη καί ἀναξιοπρεπή. Τότε πού εἶχαν χρειαστεῖ τήν ὑποστήριξή του γιά δικές τους ὑποθέσεις, ὄχι πάντοτε καθαρές, καί τούς τήν εἶχε δώσει ἁπλόχερα. Τούς εἶδε τίς ὧρες πού τούς εἶχε πλησιάσει μέ τά δῶρα του γιά νά πάρει τήν ψῆφο τους γιά τόν ἐπισκοπικό θρόνο. Τά πλατιά τους χαμόγελα ὅταν εἶχαν δεῖ τό περιεχόμενο τῶν δώρων του καί τήν σπουδή τους νά τόν βεβαιώσουν ὅτι ἦταν ὁ πιό κατάλληλος γιά τήν θέση...
Στό πρόσωπό του ρχισε νά διαγράφεται να διόρατο χαμόγελο. Εξακολουθοσε καί κρατοσε στά χέρια του τό κλειδί τς πανόδου του. Μπορε λόγω τς προσεξίας του τά πράγματα νά εχαν δηγηθε σέ ατήν τήν πρόσμενη γι ατόν κατάληξη - κε ριχνε λο τό βάρος τς ῾ἀτυχίας του: στήν προσεξία του πού φερε τήν ντίδραση το λαο - μως ταν σίγουρος καί γιά τήν λύση το προβλήματός του. Τό χρυσάφι του. Ατό θά ταν καί πάλι διέξοδός του. Ω, Θαλέλαιος μπορε νά μή διακρινόταν γιά τήν χριστιανική πίστη του καί τήν συνέπειά του σέ θικές ρχές, μπορε νά εχε παρασυρθε πό τήν γοητεία τς δύναμης, μως εχε μελετήσει καλά τούς νθρώπους κι ξερε τι μπροστά στόν χρυσό λες ο συνειδήσεις κάμπτονται, λα τά μπόδια περβαίνονται. Τυχαα σοφός Σολομώντας δη πό τήν Παλαιά Διαθήκη γράφει τι τό χρμα εναι ατό πού νοίγει κάθε θύρα στά νθρώπινα; Ο Θαλέλαιος τό ξερε καλά τι ταν καί πάλι θέμα λίγου χρόνου γιά νά ποκατασταθε στήν θέση του.
Οἱ σκέψεις του καί οἱ προβλέψεις του ἐπαληθεύτηκαν στό ἀκέραιο. ᾽Ακόμη κι ὁ ἴδιος παραξενεύτηκε σέ πόσο σύντομο χρόνο κατόρθωσε στέλνοντας ἀσφαλς τά ῾πεσκέσια᾽ καί τά πλούσια δῶρα του σέ ἐκκλησιαστικούς καί πολιτικούς νά ληφθεῖ ἡ ἀπόφαση πανόδου του στόν ἀρχιεπισκοπικό θρόνο. Ἡ ἔφεσή του βρῆκε πρόθυμους ποστηρικτές. ῾Ο χρυσός δικηγόρος νέτρεψε λα τά δεδομένα καί τίς ἀτράνταχτες μαρτυρίες. ῾῾Υπρξαν νέα δεδομένα, κατατέθηκαν ψεύτικες κατηγορίες, πρέπει καί πάλι νά ἐπανεξετάσουμε τήν ὑπόθεσηταν αὐτά πού ἀντέτειναν οἱ ἀποδέκτες τῶν δώρων του σέ ὅσους παναστατοσαν μέ τήν ἰδέα τῆς πανάκαμψής του στήν ἀρχιεπισκοπή τῆς Θεσσαλονίκης. Καμμία ἀντίδραση βεβαίως δέν ἦταν σχυρότερη τῶν νέων καί ἀτράνταχτων πιχειρημάτων᾽ τῆς φεσης τοῦ Θαλέλαιου.
Κέρδισε τήν πόθεση. Ο κατηγορίες μπκαν στό ρχεο. Ο ποιμένας θά πέστρεφε στό ποίμνιό του. Ατήν τήν φορά μως εχε βάλει μυαλό. Θά ταν διαίτερα προσεκτικός. Θά συνέχιζε τήν ζωή του, τήν χειροπιαστή ζωή πού κανε καί χι ατή πού πόσχεται χριστιανική πίστη μετά θάνατον, χωρίς νά δίνει λαβές γιά ποψίες. Τό μάθημά του τό εχε πάρει.
Ετοιμάστηκε πολύ προσεκτικά. Ντύθηκε σεμνά καί κκλησιαστικά, πως ρμοζε στό ξίωμά του. Εναπέμεναν μόνο τά χαρτιά καί πό τήν κοσμική ξουσία, πό τήν πολιτεία, πού θά βεβαίωναν τι Θαλέλαιος ταν πάλι κε, ρχιεπίσκοπος, ποιμένας, κι ατό θά γινόταν τήν μέρα κείνη. Ενιωσε να σκίρτημα στήν καρδιά. Ηταν γεννημένος νά ξουσιάζει. Νά εναι πρτος. Ποιός ξέρει, μπορε ργότερα νά προωθετο καί σέ μεγαλύτερες θέσεις... Τό ραμα ατό τόν κανε νά ναγαλλιάσει! Πρός τό παρόν μως εναι τά χαρτιά πού πρέπει νά πάρω μονολόγησε.
Ενιωσε γχος πό τήν ἀδημονία καί τά ἔντερά του λίγο ἔστριψαν. Πάω γιά λίγο στήν τουαλέττα, δέν θά ἀργήσω᾽ εἶπε στούς δύο ὑπηρέτες του πού τόν περίμεναν ἔξω πό τό δωμάτιό του. 
Ἡ ὥρα πέρασε καί ὁ Θαλέλαιος, ὁ ἀρχιεπίσκοπος, δέν ἔβγαινε πό τήν τουαλέττα. Οἱ ὑπηρέτες ρχισαν νά ἀνησυχον καί νά ἀδημονον. Ποτέ δέν εἶχε καθυστερήσει τόσο. Περίμεναν λίγο ἀκόμη καί πῆγαν ξω πό τόν συγκεκριμένο τόπο. Τόν φώναξαν, κτύπησαν τήν θύρα, καμμία πάντηση. Κοιτάχτηκαν μέ ἀγωνία. ῾Τί θά κάνουμε;᾽ ἀναρωτήθηκαν μέ ἀπόγνωση. Ξαναχτύπησαν καί ξαναφώναξαν. Καμμία ἀπάντηση, κανένας θόρυβος. ᾽Αποφάσισαν νά κάνουν αὐτό πού δέν θά τό τολμοῦσαν ποτέ: νά ἀνοίξουν τήν θύρα. 
Τό θέαμα πού ἀντίκρυσαν τούς ἔκοψε τήν μιλιά καί τούς πάγωσε τό αἷμα. Αὐτό πού εἶδαν ταν ξω πό κάθε φαντασία τους. Εἶχαν κούσει πό διηγήσεις παλαιοτέρων ὅτι εἶχε συμβεῖ κάτι παρόμοιο στόν αἱρεσιάρχη Αρειο, ἐκενον πού εἶχε μφισβητήσει τήν θεότητα τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ καί εἶχε πιμείνει σ᾽ αὐτό, προκαλώντας μεγάλη ἀναταραχή στήν ᾽Εκκλησία. ῾Ο Θαλέλαιος βρισκόταν μέ τό κεφάλι ἀνάποδα, μέσα στόν σωλήνα τῶν καθαρσιν, ἀκίνητος καί νεκρός.
Ο,τι οἱ ἄνθρωποι τῆς Εκκλησίας δέν μπόρεσαν νά κάνουν, ὅ,τι ἀκεραιότητα συνείδησης δέν ἐπέδειξαν, τό ἔκανε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καί ὁ πολιοῦχος τῆς Θεσσαλονίκης ἅγιος Δημήτριος
Αν μποροῦσε κανείς νά δεῖ μέ τά μάτια τῆς πίστης, τά ἐνισχυμένα ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, θά ἔβλεπε τόν τροπαιοφόρο μυροβλήτη ὀργισμένο νά στέκει παράπλευρα, μή δεχόμενο καί πάλι νά μαγαριστεῖ ἐπισκοπικός θρόνος τῆς πόλης πού προστάτευε ἀπό τόν θεομπαίκτη ἀρχιεπίσκοπο. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος γιά μία ἀκόμη φορά ἐπιβεβαίωνε τόν χαρακτηρισμό του ὡς πολιούχου τῆς Θεσσαλονίκης. 
Τό γεγονός τάραξε τά λιμνάζοντα ἐκκλησιαστικά νερά. ῾Ζῇ Κύριος ὁ Θεός᾽ ψιθύριζαν μικροί καί μεγάλοι. Καί: ῾Φοβερόν τό ἐμπεσεν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος᾽.

Πηγή: ῾Λειμωνάριον᾽ ᾽Ιωάννου Μόσχου

Από ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ παπα Γιώργης Δορμπαράκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου