Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

Η πείνα...Κνουτ Χάμσουν

Βάσω Κατράκη, χαρακτικό

ΕΙΔΗΣΕΙΣ…

Μήνυμα για συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και ταχύτερη εφαρμογή του προγράμματος προσαρμογής -αποκλείοντας το ενδεχόμενο φοροελαφρύνσεων- έστειλε χθες στην κυβέρνηση ο αναπληρωτής επικεφαλής του Δ.Ν. Τ. για την Ελλάδα Ρίσι Γκογιάλ από το βήμα του συνεδρίου του «Economist». Τόνισε ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει καθυστερήσει σε ριζικές διαρθρωτικές αλλαγές για τις οποίες έχει δεσμευτεί, όπως για παράδειγμα οι ομαδικές απολύσεις αλλά και η αλλαγή του νόμου περί απεργιών. 10/7/14 δημοκρατία

Οι ελεγκτές της ΤΡΟΙΚΑΣ, δεν έκρυψαν, στη συνάντηση που είχαν χθες με τον κύριο Χαρδούβελη, τη δυσφορία τους για τις 600 δράσεις που δεν ολοκληρώθηκαν ως το Β΄ τρίμηνο της φετινής χρονιάς και για το χαμηλό ποσοστό υλοποίησης των υποχρεώσεων του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής. Παράλληλα, δήλωσαν ότι περιμένουν το σχέδιο για την κάλυψη της «τρύπας» που προκαλούν οι δικαστικές αποφάσεις σχετικά με τα ειδικά μισθολόγια. Οι εκπρόσωποι των δανειστών έθεσαν με το «καλημέρα» το ζήτημα της παράτασης της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, ενώ επιχείρησαν να «προσγειώσουν» τη συζήτηση για φοροελαφρύνσεις.11/7/14 protothema.gr

ΣΧΟΛΙΟΝ…

Η πείνα (απόσπασμα)
Ξαφνικά, μου έρχεται η ιδέα να πάω στην Κρεαταγορά και να ζητήσω ένα κομμάτι ωμό κρέας. Σηκώνομαι, κατεβαίνω τα σκαλιά και κατευθύνομαι προς την Αγορά. Μόλις φτάνω στους πρώτους πάγκους, αρχίζω να φωνάζω και να χειρονομώ, σαν να μιλούσα σε ένα σκυλί που βρισκόταν πίσω μου. Και με θράσος, απευθύνομαι στον πρώτο κρεοπώλη που συναντώ.
Θα είχατε την καλοσύνη να μου δώσετε ένα κόκαλο για το σκυλί μου, λέω. Μόνον ένα κόκαλο, δεν χρειάζεται να έχει κρέας πάνω του· έτσι, για να έχει κάτι να κουβαλάει στο στόμα του.
Μου έδωσε ένα κόκαλο, ένα υπέροχο μικρό κόκαλο, όπου είχε μείνει λίγο κρέας, και το έχωσα κάτω απ΄το σακάκι μου. Ευχαρίστησα εκείνον τον άνθρωπο, τόσο θερμά, που με κοίταξε έκπληκτος...
Παρακαλώ, είπε.
Μην το λέτε, ψέλισα, είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σας.
Κι έφυγα. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά.
Χώθηκα στην πάροδο των Σιδηρουργών, όσο πιο μακριά μπορούσα, και σταμάτησα μπροστά στη σαραβαλιασμένη πόρτα μιας αυλής. Δεν υπήρχε καθόλου φως, ένα ευλογημένο σκοτάδι βασίλευε γύρω μου· άρχισα να μασουλάω το κρέας που υπήρχε πάνω στο κόκαλο. Δεν είχε γεύση· έβγαζε μια αηδιαστική μυρωδιά αίματος που μ’ έκανε να ξεράσω αμέσως. Προσπάθησα πάλι. Αν τουλάχιστον το στομάχι μου κρατούσε εκείνο το κομματάκι κρέας θα ένοιωθα καλύτερα· το πρόβλημα ήταν να το κάνω να μείνει μέσα. Όμως πάλι μου ήρθε τάση για εμετό. Έγινα έξαλλος, δάγκωσα άγρια το κρέας, ξεκόλλησα ένα κομματάκι και το κατάπια με το ζόρι. Όμως δεν χρησίμευε σε τίποτα· μόλις έμεινε για λίγο στο στομάχι μου άρχισε πάλι ν΄ ανεβαίνει. Έσφιξα με λύσσα τις γροθιές, άρχισα να κλαίω από απόγνωση και να δαγκώνω το κόκαλο σαν δαιμονισμένος· έκλαψα τόσο που το κόκαλο μούσκεψε από τα δάκρυα, ξέρασα, έβριζα και μασουλούσα βάζοντας τα δυνατά μου, έκλαιγα λες και η καρδιά μου είχε σπάσει, και ξέρασα γι’ άλλη μια φορά. Τότε, με δυνατή φωνή, καταράστηκα όλες τις δυνάμεις του κόσμου να πάνε στο πυρ το εξώτερο.

Κνουτ Χάμσουν (4 Αυγούστου 1859- 19 Φεβρουαρίου 1952) , 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου