Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

Αίμα στην άσφαλτο… Φαίδρος Μπαρλάς

Μαρία Παπαγεωργίου

Ατό συνέβη ες τά Χαφτεα, κε που διασταυρώνονται α δοί Πανεπιστημίου καί Πατησίων, καί συγκεντρωμένοι στά κατέρωθεν πεζοδρόμια διαβάτες περιμένουν τήν συγκατάθεση το στυφύλακος γιά νά περάσουν πέναντι.
ταν, λοιπόν, μεσημέρι καί, πως συνήθως, κόσμος πολύς περίμενε, κι πό τίς δυό μεριές –μ’ ναν στυφύλακα πικεφαλς κάθε παράταξις, πού τό κράνος του γιάλιζε στόν λιο.
Αφνης, ο στυφύλακες δωσαν τό σύνθημα, καί ο δυό παρατάξεις ξεκίνησαν, βαδίζοντας κατά μέτωπον…
Τό σύνηθες σ’ ατές τίς περιπτώσεις εναι, ο δυό παρατάξεις νά διασταυρώνονται στό μέσον το δρόμου, νά προσπερννται διάφορες καί, μετά πό τό στιγμιαο κενο νακάτεμα, νά ξεχωρίζουν καί πάλιν, προχωρντας κάθε μιά, πρός τό πεζοδρόμιο το προορισμο της.
Τό μεσημέρι μως κενο τά πράγματα συνέβησαν διαφορετικά:
λοι ο ρχόμενοι πό τό να πεζοδρόμιο συνέπεσε νά χουν στενούς γνωρίμους μεταξύ κείνων πού ρχόντουσαν πό τό ντίθετο. Καί χι πολλούς στενούς γνωρίμους -χι. Καθένας το νός πεζοδρομίου γνώριζε καί πό ναν το ντιθέτου. Καί δέν τόν γνώριζεν πλς, πως συμβαίνει τόσους καί τόσους νά γνωρίζομε, γνώριμος ατός ταν να πρόσωπο πολύ φιλικό, συνδεδεμένο με χίλιες κριβές ναμνήσεις το παρελθόντος. να πρόσωπο, κόμη, πού εχε καιρό πέναντι γνώριμος νά τό δε, πού νόμιζε πς εχε χαθε, καί τώρα με νεκλάλητη χαρά τό ξανασυναντοσε.
Πλησιάζοντας, λοιπόν, πρός τό μέσον το δρόμου, έκε πού διέρχονται ο γραμμές τα τράμ, ο δύο παρατάξεις ρχισαν νά ναγνωρίζονται. Κραυγές γαλλιάσεως κούστηκαν πρτα, πειτα γενικός ρυθμός το βηματισμο πιταχύνθηκε καί, τέλος, λοι ρμησαν πρός λους μέ τά χέρια προτεταμένα…
Κανείς δέν λογάριαζε πιά νά περάσει στό πέναντι πεζοδρόμιο.
λοι εχαν μείνει κε, καταμεσίς τς δο Πανεπιστημίου, γελντας, συζητντας με θόρυβο, σφίγγοντας πάνω – κάτω τά χέρια, έν ο στυφύλακες κοίταζαν ναυδοι, άλλά κατά βάθος, συγκινημένοι καί ατοί.
ξαφνα, παρατηρήθηκε κάτι τό νώμαλο.
νας περίσσευε.
Ναί, πρχε νας, πού κανέναν δέν γνώριζε, κανείς δέν τόν γνώριζε καί κανέναν δέν χαιρετοσε. Κι νας ατός δέν λεγε νά περάσει ντίκρυ, πως ταν ρχική πρόθεσή του, λλ’ εχε μείνει -λοφάνερα χωρίς λόγο – κι ατός στήν μέση το δρόμου, κοιτάζοντας λαλιασμένος τούς λλους.
παρουσία του γινε, στήν ρχή, ασθητή μόνο στούς πιό κοντινούς – πού ρχισαν νά τόν κοιτάζουν κάπως ποπτα. πειτα, ασθηση ατή τς νωμαλίας σκόρπισε καί μακρύτερα – καί σέ λίγο, λο τό πλθος κενο εχε στρέψει νοχλημένο τά βλέματα πρός τό μέρος του, καί τόν παρατηροσε μέ διαθέσεις πού γίνονταν λο καί πιό χθρικές.
Κανείς ν τ μεταξύ, δέν εχε πάψει νά κρατάει σφιχτά τό χέρι το γνωρίμου του.
Διατηροσαν τήν χειραψία πίτηδες, πιδεικτικά, γιά νά πογραμμίσουν ντονότερα στόν γνωστο τό καιρο τς παρουσίας του κοντά τους.
κενος μοιαζε πλέον νά χει πανικοβληθε. Εχε παραλύσει στό σημεο πού βρισκόταν, καί δέν λεγε νά κουνήσει οτε μπρός οτε πίσω. τρομερή μοναξιά, πού δέν τήν περίμενε, δέν τήν πελόγιζε -κε, ξαφνικά, μεσημέρι, ες τά Χαφτεα…-, τόν κανε νά ποφέρει φάνταστα. Ασθανόταν τρομαχτικά ρημος καί γκαταλελειμένος, νθρωπος σέ ξένο σύμπαν, χωρίς γονες, χωρίς φίλους συγγενες, χωρίς γυνακα ρωμένη, χωρίς κανέναν δικό του στόν κόσμο. Τό μυαλό του εχε κινητήσει, καί σχημάτιζε κάθε τόσο ναν ριθμό. ναν ριθμό πού κπροσωποσε ατόν τόν διο, ναν –πάντοτε – περιττό ριθμό. Εμαι –σκεπτόταν - 21, 27, 35, 41…
κατάστασις μως διάκοπα χειροτέρευε. Τά ζεύγη τόν πλησίαζαν καί, σιγά σιγά, νας κύκλος σχηματίσθηκε γύρω του. Ο ματιές σαν γριες, θανάσιμα χθρικές. Ο στυφύλακες ρχισαν καί ατοί νά ργίζονται. Εχαν γκαταλείψει τό πόστο τους καί βάδιζαν πρός τό μέρος του –φανερό, πώς πρόκειτο νά τόν συλλάβουν…
ξαφνα νθρωπος μπηξε μιά κραυγή γωνίας καί τρόμου, πού ντήχησε κκωφαντικά κάτω πό τόν λιο το μεσημεριο -καί ρχισε νά τρέχει.
- Πιάστε τον! πιάστε τον ! κούστηκαν μερικές θυμωμένες φωνές.
Ο στυφύλακες καί κόσμος τόν κυνήγησαν.
κενος τρεχε με φρενίτιδα. φόβος δινε φτερά στά πόδια του.ρμησε πρός τήν πλατεα τς μονοίας…
Πίσω του τό πλθος ρυόταν:
- Πιάστε τον ! πιάστε τον!
Μερικοί, πού ρχόντουσαν πό τήν δό Πειραις, τήν δό γίου Κωνσταντίνου, κινήθηκαν νά τόν νακόψουν.
Τούς χτύπησε, τούς νέτρεψε, ξέφυγε.
Κι ξακολούθησε νά τρέχει.
- Πιάστε τον! πιάστε τον!…
κραυγή βγαινε πιά πό χίλια στόματα.
Ο στυφύλακες τόν εχαν πλησιάσει.
κανε νά στρίψει, νά χωθε στά σοκάκια.
Δέν πρόφτασε!
νας πυροβολισμός κούστηκε, ξερός μέσα στήν διάπυρη άτμόσφαιρα.
νθρωπος σωριάστηκε χάμω.
Πανδαιμόνιο χαρς ποδέχτηκε τήν πτώση του.
- πρεπε ! πρεπε ! ..φωνάξανε.
Κάποιος, πού δέν εχε άντιληφθε τά σα εχαν συμβε, ρώτησε τούς πλαινούς του.
- Μά …τι κανε λοιπόν ατός νθρωπος;
Δέν το ποκρίθηκαν.
να ατοκίνητο τν Πρώτων Βοηθειν φρενάρισε πότομα, σηκώνοντας σύννεφο τήν σκόνη.
Τόν φόρτωσε μέσα καί χάθηκε πρός τήν δό 3ης Σεπτεμβρίου.

Μονάχα λίγες κηλίδες αμα εχαν πομείνει στήν σφαλτο.

Φαίδρος Μπαρλάς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου