Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

ΤΑ ΤΖΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΚΑΤΟΧΗ… του Δ. Κούκουνα (Μέρος 1ον)

φωτ= Κ. Μπαλάφας
ΟΙ ΔΟΣΙΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΕΝΟΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

Του Δημοσθένη Κούκουνα

Στον σύγχρονο νομικό πολιτισμό δεν αναγνωρίζεται η συλλογική ή η οικογενειακή ευθύνη. Και καλώς, θα έλεγα. Υπάρχει όμως ένα ζήτημα, τουλάχιστον στην ελληνική πραγματικότητα, με την κληρονομική διαδοχή των πολιτικών οικογενειών. Δεν είναι τωρινό φαινόμενο, ούτε καν περιορίζεται στην Ελλάδα. Είναι σχεδόν καθιερωμένο οι πολιτικές οικογένειες να διαιωνίζονται και να ασκούν εξουσία. Υπό μία οπτική γωνία θα πρόσθετα μάλιστα ότι είναι και ένδειξη δημοκρατικής λειτουργίας. Δεν πρέπει να δίνονται σε όλους ίσες ευκαιρίες; Γιατί να μην παρέχεται και στους γόνους των πολιτικών οικογενειών η δυνατότητα να σταδιοδρομήσουν στην πολιτική;
 Αλλά αυτά δεν είναι παρά ένας καλοπροαίρετος θεωρητικός προβληματισμός. Όπως και να το κάνουμε, υπάρχουν στη χώρα μας πολιτικά τζάκια και επιβιώνουν μέσα από την κληροδοσία ενός προνομιακού «δαχτυλιδιού», όπως επίσης υπάρχουν και μεγαλοεπιχειρηματικά τζάκια… Και τα δύο είδη ανακυκλώνονται αενάως… Έχει διαπιστωθεί ότι οι πολιτικοί και οι μεγαλοεπιχειρηματίες έχουν μια ιδιότυπη αντίληψη περί του νομίμου και του ηθικού. Ιδίως κατά τα τελευταία χρόνια, από του έτους 2010 και εξής, έχουν παραμεριστεί πολλές αναστολές που σε προηγούμενες εποχές είχαν μια κάποια αξία. Το γεγονός ότι πραγματικά και νομοθετικά η χώρα μας έχει περιέλθει σε μια υποτελή σχέση θα κριθεί ιστορικά εν καιρώ – υποθέτω ενδελεχώς. Δεν είναι η πρώτη φορά που η νεότερη Ελλάδα φθάνει στη χρεοκοπία, ούτε η πρώτη φορά που χάνει την εθνική κυριαρχία της. Και. βεβαίως, ούτε η πρώτη φορά που μια μειοδοτική έως προδοτική πολιτική εξουσία αυθαιρετεί και επιβάλλει ασφυκτικά δεσμά στον λαό μας.
 Έχοντας ασχοληθεί ιδιαίτερα με τη σύγχρονη ιστορία και ειδικά με την περίοδο της Κατοχής 1941-44. διαπιστώνω πολλά κοινά σημεία εκείνης της εποχής με τη σημερινή. Το ζήτημα είναι ότι αίφνης συναντώ συνεπώνυμα πρόσωπα να κυριαρχούν σήμερα όπως και τότε. Και εδώ ακριβώς ανακύπτει το μέγα ερώτημα: Πόσο συμπτωματικό είναι το γεγονός είναι ότι οδηγηθήκαμε στη σημερινή κατάσταση από τα ίδια «επώνυμα»;
 Στον χώρο του Τύπου σήμερα το πιο ισχυρό συγκρότημα είναι ο ΔΟΛ. ο οποίος μεταξύ άλλων ελέγχει και ορισμένα ηλεκτρονικά μέσα. Ακριβώς μια παρόμοια ισχύ είχε και επί Κατοχής. Όπως αναλύω λεπτομερέστερα στο βιβλίο μου «Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια» (Εκδόσεις Ερωδιός), το Συγκρότημα Λαμπράκη είχε ευθέως συνεταιριστεί από τις πρώτες ημέρες της γερμανικής κατοχής με τη γερμανική ημικρατική εταιρεία Μundus η οποία ανήκε κατά 50% στο υπουργείο Προπαγάνδας του Γκέμπελς και κατά 50% στα υπουργείο Εξωτερικών του Ρίμπεντροπ. Τόσο απλά…
Η πλευρά Λαμπράκη κατείχε το 49% της ελληνικής εταιρείας που ιδρύθηκε και η Μundus το 51%.
Ο αείμνηστος Δημήτριος Λαμπράκης δια των εντολοδόχων του. των Γ. Συριώτη, Α. Ζαφειρόπουλου και Ι. Τζαρτίλη (διευθυντικών στελεχών του Συγκροτήματος πριν, κατά και μετά την Κατοχή), είχε επιτύχει έτσι ένα σημαντικό οικονομικό όφελος, χωρίς να χάσει την επιχείρησή του.
 Με την εκχώρηση του μεριδίου στους Γερμανούς μπόρεσε να αποκτήσει το γνωστό ακίνητο της οδού Αναγνωστοπούλου.
 Οι Γερμανοί που έστειλε ο Γκέμπελς στην Ελλάδα μόλις η χώρα μας κατακτήθηκε είχαν και άλλες επιτυχείς δράσεις… Συνεταιρίσθηκαν με τον Ελευθερουδάκη και τον Κάουφμαν για να ελέγξουν τη διανομή βιβλίων, ενώ ο συνεταιρισμός τους με τον Λαμπράκη εξασφάλιζε την εκτύπωση ελληνόγλωσσων και ξενόγλωσσων εφημερίδων και εντύπων. Ακόμη, συνεταιρίσθηκαν προνομιακά με τον ‘Οθωνα Πικραμμένο και τη χήρα Τσιβόγλου (την πεθερά της Μαρίας Ρεζάν) για να ελέγχουν πλήρως τη διανομή των εφημερίδων και περιοδικών, ελληνικών και ξένων. Δημιουργήθηκε έτσι ένα νέο πρακτορείο εφημερίδων και η οικογένεια Πικραμμένου από την εκχώρηση μεριδίου μπόρεσε να αγοράσει το ακίνητο της οδού Ακαδημίας. Τα ονόματα αυτά δεν είναι φανταστικά, είναι αληθινά. Ούτε και τόσο απόμακρα από τη σημερινή πραγματικότητα, αν λάβουμε υπόψη ότι το Συγκρότημα Λαμπράκη εξακολουθεί να δεσπόζει, ο δε υιός Πικραμμένος είναι εκείνος που διεξήγαγε τις τελευταίες εθνικές εκλογές.
 Κάπως έτσι το 1941 είχε ήσυχο το κεφάλι του ο Γκέμπελς στο Βερολίνο για ό.τι είχε να κάνει με την προπαγάνδα του στη μακρινή κατεχόμενη Ελλάδα. Χωρίς την παραμικρή δυσκολία τα είχαν ρυθμίσει καλά οι άνθρωποι του. ενώ για τα θέματα του χαρτιού υπήρχε ο έμπιστος των Γερμανών από την προπολεμική περίοδο Γιάννης Πετσόπουλος. ο οποίος παράλληλα δεν έπαυε να έχει την ιδιότητα του… μέλους του ΚΚΕ!
 Αλλά ας έρθουμε στην πραγματική οικονομία. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής η ελληνική οικονομία καταποντίσθηκε. Υπέστη μια άνευ προηγουμένου καταλήστευση εκ μέρους των κατακτητών, ώστε η επισιτιστική ανεπάρκεια να οδηγήσει στην τραγική πείνα. Ταυτόχρονα γιγαντωνόταν η μαύρη αγορά.
 Αν κάποιος θα είχε την υπομονή να εντρυφήσει στους καταδικασμένους από τα αγορανομικά δικαστήρια της κατοχικής περιόδου, τι έπραξαν και γιατί καταδικάστηκαν, θα έφριττε για τους νεόκοπους «επιχειρηματίες» που θησαύρισαν… Και το θέμα δεν ήταν μόνον οικονομικό, αλλά είχε να κάνει με την εξαπάτηση των αγοραστών, όσων δηλαδή κατάφερναν να βρουν ρευστό για να αγοράσουν σε τιμές μαύρης αγοράς τρόφιμα. Κατά κανόνα αυτά τα τρόφιμα ήταν νοθευμένα με απίθανες αναμείξεις, εντελώς ακατάλληλα για βρώση.
 Και όμως… Όλοι αυτοί οι ασυνείδητοι εκμεταλλευτές επιβίωσαν της Κατοχής, έχοντας δημιουργήσει τεράστιες μαυραγορίτικες περιουσίες.
 Παράπλευρα σε αυτούς τους γλοιώδεις και κυνικούς μαυραγορίτες υπήρχαν και οι εργολάβοι μηχανικοί και οι προμηθευτές των στρατιωτικών αρχών Κατοχής. Αυτοί αναλάμβαναν «νόμιμα», κάθε άλλο παρά ηθικά όμως, διάφορα οχυρωματικά έργα για την προστασία των κατοχικών στρατευμάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι τις αναθέσεις τις έπαιρναν απευθείας από τους Γερμανούς, χωρίς κανέναν έστω υποτυπώδη μειοδοτικό διαγωνισμό. Τιμολογούσαν κατά βούληση και αρκούσε η μονογραφή ενός Γερμανού ή Ιταλού αξιωματικού για να προσκομίσουν και να εισπράξουν το τιμολόγιο τους από την Τράπεζα της Ελλάδος. Χωρίς καμιά άλλη διαδικασία δημόσιου λογιστικού κ.ο.κ.
 Απέκτησαν τεράστιες περιουσίες όλοι αυτοί. Υπάρχει ένας κατάλογος των οικονομικών μεγαλοδωσιλόγων, που απέκτησαν τεράστιες περιουσίες. Ένας εξ αυτών, που αρχικά προμήθευε το αγκαθωτό συρματόπλεγμα για να περιφρουρούνται οι φυλακές και τα στρατόπεδα των Γερμανών, αλλά στη συνέχεια προμήθευε και κάθε είδους οικοδομικό υλικό, ήταν η εταιρεία της οικογένειας Αγγελοπούλου. Οι γνωστοί αδελφοί Αγγελόπουλοι, ένας εκ των οποίων έγινε υπουργός του ΕΑΜ, ένας άλλος δολοφονήθηκε από τη «17 Νοέμβρη» και ένας τρίτος μέγας ευεργέτης του Πατριαρχείου. Χωρίς την περιουσία αυτή είναι αμφίβολο τι καριέρα θα είχε κάνει η υπερφίαλη Γιάννα Δασκαλάκη-Αγγελοπούλου. Για όσους ξενίζονται από την ύπαρξη δωσίλογων που συνεργάστηκαν με το ΕΑΜ. δεν έχουν παρά να το ερευνήσουν. Και σε επίπεδο οικονομικού δωσιλογισμού. όπως ο μηχανικός Δοανίδης ή ο εκπαιδευτικός Παπαμαύρος.
 Ένας άλλος τέτοιος οικονομικός μεγαλοδωσίλόγος λεγόταν Λάζαρος ή Λεωνίδας Ροζενστάιν ή Ροζάκης και ο γιος του διέπρεψε στα ευρωπαϊκά δικαστήρια, ενώ έγινε γνωστός ως πανεπιστημιακός καθηγητής και στενός συνεργάτης του Κώστα Σημίτη.
 Η περίπτωση Ροζάκη-Ροζενστάιν έχει μια ιδιαιτερότητα που ανάγεται στον αρχικό προβληματισμό μας περί οικογενειακής ευθύνης.
 Μεταπολεμικά η ελληνική πολιτεία πήρε τη απόφαση, στο πλαίσιο της τιμωρίας των οικονομικών δωσίλογων, να εξορίσει σε νησιά του Αιγαίου ορισμένους απ’ αυτούς. Και προφανώς για να τιμωρήσει μαζί και τις οικογένειες τους που στο διαστημα της Κατοχής δεν πείνασαν όπως όλοι οι άλλοι απλοί πολίτες, τους έστειλε οικογενειακώς. (Μια συγκυριακή λεπτομέρεια: Η κυβερνητική απόφαση για το πρωτοφανές αυτό μέτρο ανακοινώθηκε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1946 από τον υπουργό Σταμάτη Μερκούρη, πατέρα τη Μελίνας και αδελφό του ιδρυτή του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδος). Βεβαίως και υπήρξαν πολλοί άλλοι συνεργάτες των κατακτητών που διέλαθαν και απέφυγαν την τιμωρία. Ίσως επειδή ήταν πιο προνοητικοί από τους πολλούς και εγκαίρως κατάλαβαν ότι η Γερμανία δεν επρόκειτο να κερδίσει τον πόλεμο.
 Ένας απ’ αυτούς, ο πολιτικός μηχανικός Μιχαήλ Αβέρωφ (αδελφός του γνωστού πολιτικού) κέρδισε τεράστια ποσά από τη συνεργασία του με τον κατακτητή στην κατασκευή οχυρωματικών έργων, αλλά είχε την πρόνοια από ένα ορισμένο χρονικό σημείο και ύστερα να συνεργασθεί με τους Συμμάχους. Άλλοι, όπως ο εφοπλιστής Βερνίκος, δεν είχε κανένα ενδοιασμό να πολιτευθεί μεταπολεμικά. Πολλές οι περιπτώσεις, που όμως δεν έχουν τόσο ιστορικό όσο και κοινωνιολογικό ενδιαφέρον
Θα σταθώ όμως σε μια άλλη περίπτωση, ενός ευφυούς και δραστήριου επιχειρηματία με τοπικό ορίζοντα, στη Δυτική Μακεδονία. Λεγόταν Γεώργιος Παπακωνσταντίνου και ίσως θα παρέμενε ασήμαντος αν ο συνονόματος εγγονός του δεν συνέπιπτε με την ιδιότητα του υπουργού Οικονομικών να είναι εκείνος που έδεσε χειροπόδαρα την Ελλάδα τον Μάιο του 2010 με το απεχθές και επαχθές Μνημόνιο. Σήμερα είναι υπόλογος όχι γι’ αυτό, αλλά για τις αλλοιώσεις που επέφερε στην περίφημη «Λίστα Λαγκάρντ».
Ο παλαιός Γ. Παπακωνσταντίνου στην προπολεμική περίοδο είχε αναπτύξει δραστηριότητα στην ευρύτερη περιοχή της Κοζάνης με ιδιόκτητο αλευρόμυλο και ελαιοτριβείο. Ήταν πληροφορημένος ότι κάποιοι Ελληνοαμερικανοί επιχειρηματίες είχαν ενδιαφερθεί για την περιοχή της Πτολεμαΐδας, όπου υπήρχαν πλούσια κοιτάσματα λιγνίτη, και τα σχέδιά τους να δημιουργήσουν μεγάλα λιγνιτωρυχεία εκεί ανατράπηκαν λόγω του πολέμου. Εν τω μεταξύ με την Κατοχή έμαθε από Γερμανούς στρατιωτικούς ότι, καθώς η μόνη πηγή ενέργειας θα μπορούσε πλέον – λόγω των πολεμικών συνθηκών – να είναι ο λιγνίτης, θα ήταν έξυπνο να ασχοληθεί με τέτοια επιχείρηση. Αγόρασε τα χωράφια, στα οποία γνώριζε ότι υπήρχε λιγνίτης και η κατοχική κυβέρνηση υποχρεώθηκε να του παραχωρήσει προνομιακή άδεια για την ίδρυση εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας για όλη την περιοχή.
Η ηλεκτροδότηση της ευρύτερης περιοχής της Κοζάνης ήταν πλέον μια πολύ κερδοφόρα οικογενειακή επιχείρηση για τον Γ. Παπακωνσταντίνου και το τέλος της Κατοχής δεν μπορούσε να την ανατρέψει, ούτε οι μεταπελευθερωτικές κυβερνήσεις διανοήθηκαν να στερήσουν την περιοχή από ηλεκτρική ενέργεια. Αντίθετα οι δύο γιοι του, ο Μιχάλης και ο Στέλιος, συμμετείχαν στην επιχειρηματική προσπάθειά του, αυτή τη φορά σε μια νέα βάση: Να πωλήσουν τη μονάδα της Πτολεμαΐδας όσο γινόταν ακριβότερα.
Με ομολογουμένως ευφυείς κινήσεις η οικογένεια Παπακωνσταντίνου κράτησε μια σκληρή διαπραγματευτική στάση και μόνον όταν πήρε το τίμημα που θεωρούσε λογικό, το 1958, παρέδωσε τη λιγνιτοφόρο περιοχή στη ΔΕΗ. Ένας πρόσθετος όρος ήταν η πρόσληψη του Στέλιου Παπακωνσταντίνου ως στελέχους της ΔΕΗ. Διατηρήθηκε σε κρίσιμες διευθυντικές θέσεις μέχρι που εμφανίστηκε το δικτατορικό καθεστώς και τον απέλυσε.
Ο πρεσβύτερος αδελφός Μιχάλης Παπακωνσταντίνου, που είχε σπουδάσει νομικός στη Γερμανία και την Αγγλία και μετά τον θάνατο του πατέρα του το 1954 ανέλαβε μαζί με τον Στέλιο τα ηνία της μικρής αλλά περιζήτητης επιχείρησης, προτίμησε να ασχοληθεί με την πολιτική. Στην Κατοχή είχε υπηρετήσει ως διερμηνέας των Γερμανών στην Κοζάνη, αλλά κατά την τελευταία κατοχική χρονιά συνδέθηκε με αντιστασιακούς. Παρά ταύτα τον συνόδευε το ψευδώνυμο «Μποτάκιας», λόγω της εμμονής του να φοράει γερμανικές μπότες μέσα από τα πολιτικά ρούχα του. Πιο φανατικός ένας πρώτος εξάδελφός του, ο Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου, φοιτητής της Νομικής, υπηρέτησε επίσης ως διερμηνέας και πράκτορας της Γκεστάπο στη Θεσσαλονίκη και αναμίχθηκε σε καταδόσεις Ελλήνων και Βρετανών – και όχι μόνο.
Η αρχική ενασχόληση του Μιχάλη Παπακωνσταντίνου με την πολιτική είχε τοποθέτηση ακροδεξιά. Κατέβηκε ως υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος του αινιγματικού «μακεδονάρχη» Σωτηρίου Γκοτζαμάνη, που επί Κατοχής είχε διατελέσει υπουργός Οικονομικών και εγκαίρως είχε διαφύγει στην Ιταλία πριν τελειώσει η Κατοχή. Εκεί, όπου είχε πολλούς δεσμούς από τα φοιτητικά του χρόνια, κρύφτηκε επί χρόνια φυγοδικώντας από την ελληνική δικαιοσύνη, που τον είχε καταδικάσει σε θάνατο. Στις αρχές της δεκαετίας 1950 επέτυχε να αμνηστευθεί και να του επιστραφεί η δημευθείσα περιουσία του (διασώζεται μεταξύ άλλων ένα σχετικό έγγραφό του προς τον τότε νεαρό υφυπουργό Οικονομικών Κωνσταντίνο Μητσοτάκη).
Ο Γκοτζαμάνης επανήλθε στην Ελλάδα και τα πράγματα είχαν αλλάξει. Επιχείρησε να πολιτευθεί στις δημοτικές εκλογές του 1954 ως υποψήφιος δήμαρχος Θεσσαλονίκης και συγκέντρωσε πολύ υψηλό ποσοστό, αλλά δεν εξελέγη. Ένας εκ των πολύ φανατικών υποστηρικτών του ήταν ο Μιχάλης Παπακωνσταντίνου, που τον θεωρούσε ως τον «μεγαλύτερο ζώντα πολιτικό στην Ελλάδα». Μετά την εξαγορά του εργοστασίου της Πτολεμαΐδας και αφού είχε αποβιώσει ο Γκοτζαμάνης, μεταπήδησε πολιτικά στον κεντρώο χώρο που πλέον άρχιζε βάσιμα να διεκδικεί την εξουσία. Αργότερα θα εκλεγεί επανειλημμένα βουλευτές και θα καταλάβει υπουργικά αξιώματα, ενώ μετά την πτώση της δικτατορίας θα προσχωρήσει στη Νέα Δημοκρατία.
Μη έχοντας άρρενες απογόνους θα τον διαδεχθεί πολιτικά στην Κοζάνη ο ανιψιός του, ο γνωστός μας αρχιτέκτονας του «Μνημονίου» Γιώργος Παπακωνσταντίνου, ο οποίος σήμερα είναι υπόδικος για τη «Λίστα Λαγκάρντ», επειδή επιχείρησε να την αλλοιώσει για να μην είναι υπόλογες οι κόρες του Μιχάλη Παπακωνσταντίνου.
Αυτή είναι με λίγα λόγια η ιστορία της οικογένειας Παπακωνσταντίνου, που απέκτησε αμύθητο πλούτο από μια υπογραφή του Τσολάκογλου σε μια προνομιακή άδεια για τη δημιουργία ηλεκτρικού εργοστασίου στη μακρινή και ασήμαντη τότε Πτολεμαΐδα.

(Αύριο η συνέχεια…)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου