Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

Η ΑΜΑΡΤΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ.



Ο Αγαπητός, γιος πάπας τς Ρώμης, καθόταν πετρωμένος σ να κάθισμα στόν μικρό χρο ποδοχς πού εχε στό πισκοπεο  του. Ατό πού κουγε πό τούς πέντε ντρες πού στέκονταν νώπιόν του ρνιόταν νά τό πιστέψει. Μά εναι δυνατόν; λεγε καί ξανάλεγε. ῾῾Ο νθρωπος ατός, πίσκοπος τς πόλης σας Ρωμίλλας, τόσο κοντά καί σ μένα, εχε μέχρι τώρα φήμη χι πλς γαθο κληρικο, λλά γίου. Ποτέ δέν κούστηκε κάτι κακό γι ατόν. Τό ντίθετο. Ολοι λέγανε τά καλύτερα. Καί δική μου μπειρία πό τίς προσωπικές μας παφές ταν κριβς δια. Καί τώρα μο λέτε πώς κάνει τέτοια πράγματα; Μά εστε σίγουροι; θεσε γιά πολλοστή φορά τό ρώτημα.
῾᾽Εντελς σίγουροι, γιότατε, σπευσαν μέσως καί πάλι νά βεβαιώσουν τόν λόγο τους ο ντρες, πού νκαν στούς ξέχοντες τς πόλης τους. Τόν εδαν κληρικοί τς πισκοπς, πως σς επαμε δη, πρε τόν λόγο μεγαλύτερος πό λους κι κανε μία πόκλιση δουλικότητας.  Κι χι μόνο μιά φορά. Μετά πό κάθε  Θεία Λειτουργία παραμένει μέσα στόν Ναό κι ταν πιά χουν φύγει λοι κι εναι μόνος, τσι τουλάχιστον νομίζει,  τό φαγητό πού το χει φέρει διάκος τό τρώει μέσα στό γιο δισκάριο! Εκε πού τελέστηκε Θεία Εχαριστία!  Μά γινε ντιληπτός. Εναι φρικτό κι νήκουστο ατό πού συμβαίνει. Ο κληρικοί του εναι νάστατοι καί δέν ξέρουν τί νά κάνουν. Από κείνους κι μες τό μάθαμε καί πήραμε τήν πρωτοβουλία νά ρθουμε νά σς νημερώσουμε. Νομίζουμε τι ατό ταν τό σωστό.επε καί μιά λάμψη εχαριστίας στραψε στό βλέμμα του πού σπευσε μέσως νά τό κατεβάσει γιά νά μή γίνει ντιληπτός,  καθώς βλεπε τι πάπας ντιδρ μέ τόν τρόπο πού εχαν πολογίσει λοι τους. Ο πίσκοπος τς Ρωμίλλας πού βρισκόταν τριάντα μίλια περίπου ξω πό τήν Ρώμη, εχε γίνει γιά τούς νθρώπους τς ξουσίας πό ρκετά ως πολύ νοχλητικός. Στήν ρχή ταν τοποθετήθηκε κε εχαν πιστέψει τι θά προσαρμοστε στά δεδομένα τά δικά τους. Οτι σιγά σιγά θά τόν πλησιάσουν, θά τόν προσεταιριστον,  θά κάνει ατό πού κενοι θελαν. Δέν ταν μικρό πράγμα νά χουν μέ τό μέρος τους καί τήν πνευματική ξουσία. Ο λαός πολύ εκολα γεται καί φέρεται ταν βλέπει τι πνευματική κεφαλή του εναι συντονισμένη μέ τά βήματα τν πολιτικν γετν του.
Αλλά πατήθηκαν. Ο κτιμήσεις τους βγκαν λανθασμένες. Ο συγκεκριμένος πίσκοπος δέν παιζε μέ τήν πίστη του. Η πίστη στόν Χριστό γι ατόν ταν ζωή του. Οπότε χι μόνο δέν προσαρμόστηκε, λλά ρχισε νά λέγχει τήν ξουσία κάθε φορά πού βλεπε τι ατή στραβοπατ καί προβαίνει σέ δικίες σέ βάρος το πλο λαο. Ο πλοί νθρωποι ρχισαν νά τόν λατρεύουν. Σάν τόν γιο Ιωάννη τόν Βαπτιστή μς περασπίζεταιλεγαν καί δόξαζαν τόν Θεό. Ο νθρωποι μως τς ξουσίας κινήθηκαν φυσικά μέ τόν τρόπο πού κάνουν λοι ο μόλογοί τους διαχρονικά. Τόν εδαν ντίπαλό τους, γι ατό κι ποφάσισαν τι πρεπε νά βγε πό τήν μέση. Τί καλύτερο λοιπόν πό τό νά τόν συκοφαντήσουν; Οχι πό πλευρς θικς οκονομικς – δέν πρχε κανένα πάτημα γι ατά - λλά πό πλευρς ποκρισίας καί βλασφημίας. Ναί, τό διαβολικό μυαλό τους σκέφτηκε τό νοσιούργημα ατό: τρώει τό φαγητό του μέσα στό δισκάριο πού τελεται Θεία Λειτουργία.
Δέν ταν δύσκολο νά βρον καί κληρικούς νά ποστηρίξουν τήν κατηγορία. Πάντοτε στήν Εκκλησία φυτρώνουν μαζί μέ τά στάρια καί τά ζιζάνια. Πάντοτε πάρχουν κι ο Ιοδες, ο ποοι εναι τοιμοι νά προδώσουν τήν πίστη τους, τα μάλιστα στό χέρι τούς χουν βάλει καί τό συγκεκριμένο ντίτιμο. Υπάρχει ραγε κάτι πού στέκεται μπόδιο μπροστά στό κλειδί πού λέγεται χρυσάφι;
Η κπληξη πό τήν εδηση ρχισε νά φεύγει πό τό πρόσωπο το γίου Αγαπητο. Η κπληξη γινε πορία, πορία θυμός καί ργή. Δέν ταν δυνατόν τόσοι νθρωποι νά ψεύδονται, ταν μάλιστα πικαλονται καί τήν μαρτυρία κληρικν! Ο διος λόγος το Θεο δέν λέει πώς ῾ἐπί στόματος δύο τριν μαρτύρων σταθήσεται πν ρμα; Προφανς εναι λήθεια ατά πού καταγγέλλουν, σκέφτηκε πάπας. ῾῾Απλς πεσα κι γώ ξω στίς κτιμήσεις μου, πως καί τόσοι λλοι. Ο νθρωπος εναι θοποιός καί ποκριτής. Αλλά πόσο θά μποροσε κόμη νά κρύβεται; Ο Θεός θέλησε νά ποκαλύψει πιά τό πραγματικό του πρόσωπο. Γι ατό καί πρέπει νά δράσω μέσως. Θά δώσω λόγο στόν Θεό ν φήσω νά διαιωνίζεται κατάσταση. Καί μάλιστα χωρίς νακρίσεις καί τέτοια πού εναι γιά νά κερδίζει χρόνο νας τέτοιος νοχος.
Τήν πόφαση τήν βγαλε πάπας χωρίς δεύτερη κουβέντα. Ηταν παρορμητικός ς χαρακτήρας καί ατό λειτουργοσε μερικές φορές θετικά στά θέματα τς πίστης, γιατί μέ τόν ζλο του σωζε καταστάσεις πό αρετικούς. Τίς περισσότερες φορές μως ζηλωτισμός καί παρορμητισμός του κανε κακό. Αδικοσε κάποιους, πό τούς ποίους βεβαίως πειτα ζητοσε ταπεινά συγγνώμη. Τό κακό μως εχε γίνει. Ετσι καί τώρα. Κατεδίκασε ρήμην τόν πίσκοπό του: δεμένο θά τόν ριχνε στήν φυλακή καί ργότερα θά ποφάσιζε πιό συγκεκριμένα τί θά κάνει. Τήν πόφασή του τήν νακοίνωσε καί στούς νθρώπους τς Ρωμίλλας, ο ποοι μόνο πού δέν πέταξαν πό τήν χαρά τους Ηταν μως μπειροι σέ τέτοια. Μέ πρόσωπο τάχα λυπητερό κουσαν τήν καταδίκη, εχαρίστησαν μέ ποκλίσεις τόν πάπα γιά τήν εαισθησία του, πραν τήν εχή του καί φυγαν. Ο δρόμος τους πιά πό δ καί πέρα θά ταν νοικτός. Κανείς δέν θά μπαινε μπόδιο στά νομα σχέδιά τους.
῾῞Αμ πος, μ ργον λοιπόν γιά τόν Αγαπητό. Ξαναμμένος καί μέ βαριά καρδιά τήν δια ρα στειλε δύο μεγαλόσωμους διακόνους νά πνε στήν Ρωμίλλα καί νά φέρουν δεμένο τόν βλάσφημο πίσκοπο. Καί μάλιστα γιά νά ταλαιπωρηθε περισσότερο, νά τόν φέρουν μέ τά πόδια.
Τόν βρκαν νά προσεύχεται στό φτωχικό πισκοπεο του. Γονατιστός ταν καί μέ δάκρυα στά μάτια. Μέ μεγάλη κπληξη κουσε τήν κατηγόρια καί τήν πόφαση το πάπα, λλά δέν επε τίποτε. Κατάλαβε μέσως τί διαδραματιζόταν καί τό μόνο πού κανε ταν νά στραφε στόν Εσταυρωμένο το προσκυνηταριο του, νά κλίνει τό κεφάλι του καί νά παραδοθε στούς διακόνους.
Κατάκοπος, ξαντλημένος, χωρίς καμία περιποίηση ρίχτηκε στήν φυλακή. Η σκέψη του πγε στόν Κύριο καί στούς ποστόλους. Εχαριστ, Κύριε, πού μο δίνεις τήν χάρη νά πάσχω γιά τό γιο νομά Σου! ψιθύρισε. Θέλησε νά γονατίσει καί νά συνεχίσει τήν προσευχή του. Δέν ντεξε. Επεσε πλαγιαστός κι κε συνέχισε νά ψελλίζει τήν συνήθη του εχή: Κύριε, λέησόν με, ῾῾Υπεραγία Θεοτόκε, σσον με. Ενιωσε γλύκα στήν καρδιά καί σάν νά ξαφανίστηκαν ο πόνοι του. Ο Κύριος καί Παναγία ταν μαζί του. Συνέχισε μέ δύναμη τώρα τήν προσευχή του.
Ο Αγαπητός προσπαθοσε νά πείσει τόν αυτό του τι δρασε σωστά. Εμαθε μέσως τόν ρχομό το πισκόπου του στήν Ρώμη καί τό ρίξιμό του στήν φυλακή. Σάν νά δαγκώθηκε λίγο συνείδησή του ταν το επαν ο διάκοι πού τόν φεραν τι χι μόνο δέν ντέδρασε μέ τήν σύλληψή του, λλά τούς κολούθησε εχαρίστως, χοντας τήν γνοια τους μάλιστα γιά τήν δική τους ταλαιπωρία τόσο δρόμο πού θά καναν. Τόση θοποιΐα λοιπόν; Ακόμη καί τώρα παίζει τό παιχνίδι το εσεβ; σκεφτόταν πάπας. Δέν τόν παίρνει βέβαια νά κάνει καί κάτι λλο. Ασφαλς θά εναι τρομοκρατημένος μέ ,τι πρόκειται νά κολουθήσει. Επιτέλους μως Εκκλησία πρέπει νά παλλαγε πό τέτοιες πληγές. Δέν μπορες νά παίζεις ῾ἐν ο παικτος.
Πέρασαν τρες μέρες φότου εχε βρεθε στήν φυλακή βλάσφημος πίσκοπος. Ο πάπας σάν νά τόν ξέχασε, καθώς ταν πορροφημένος πό τά προβλήματα τς διαποίμανσης μις τόσο μεγάλης πόλης καί πό τόν γώνα πού δινε κατά τν αρετικν μονοφυσιτν πού γωνίζονταν νά πιβάλουν τήν δική τους λλοιωμένη εκόνα περί το Κυρίου Ιησο Χριστο. Μπροστάρης ατός στούς γνες πέρ τς ρθοδοξίας καί μέ συνεχή πικοινωνία μέ τό λλο κέντρο τς ατοκρατορίας, τήν Κωνσταντινούπολη.
Ξημέρωνε μέρα Κυρίου, Κυριακή. Εχε παρατείνει ρκετά τήν προσευχή του γιος πάπας τό προηγούμενο βράδυ, νόψει μάλιστα τς Θείας Λειτουργίας πού θά τελοσε σέ λίγες ρες. Ζήτησε πανειλημμένως πό τόν Κύριο νά τόν συγχωρήσει γιά ,τι κακό νδεχομένως εχε κάνει. Εγειρε στό τέλος νά κοιμηθε. Αλλά τί πνος ταν κι ατός; Στριφογύριζε ρκετές φορές στό κρεβάτι του. Η εκόνα το πισκόπου στήν φυλακή ρθε ξαφνικά μπροστά του. Σάν νά τόν στοίχειωσε. Κύριε, λέησον καί ατόν ψέλλισε λίγο μετανιωμένος. Δσε του μετάνοια νά μή κάνει κακό στό γιο Σμα Σου επε κι νιωσε νά τόν παίρνει γιά λίγο πνος.
Δέν κατάλαβε ν ταν στό ξύπνιο του στόν πνο του φωνή πού κουσε καί τόν τρόμαξε: Ατήν τήν Κυριακή μήν προσκομίσεις οτε σύ οτε κανείς λλος πό τούς κληρικούς τούς πισκόπους πού εναι στήν πόλη, παρά μόνον πίσκοπος τόν ποο χεις γκατάκλειστο στήν φυλακή. Εκενον θέλω σήμερα νά προσκομίσει.
Πετάχτηκε κάθιδρος. Μά τί μο συμβαίνει; ψιθύρισε. Βάλθηκε Πονηρός νά μέ ταράξει τώρα πού ξημερώνει Κυριακή καί θά λειτουργήσω; Τέτοια κατηγορία κουσα ναντίον το ποκριτ ατο πισκόπου κι ατός θά προσκομίσει; Οχι, δέν θά σο περάσει, τρισκατάρατε, μέ τά δεξιά σου πλα. Υπαγε πίσω μου.
Ξανάπεσε στό κρεβάτι πάπας ταραγμένος. Τά χείλη του ψιθύριζαν ντονα τήν εχή το Ιησο. Μά γιά δεύτερη φορά λθε φωνή σέ ραμα πού λεγε: Σο επα τι πίσκοπος πού εναι στήν φυλακή, κενος θά προσκομίσει. πορία το πάπα Αγαπητο αξανε λοένα. Δέν μποροσε νά καταλάβει τί συνέβαινε. Παρόμοια καί τρίτη φορά το φανερώθηκε καί το επε τά δια.
Ηταν δύνατο νά μείνει στό κρεβάτι του. Αξημέρωτα κόμη κάλεσε τόν διάκο του καί τόν στειλε κείνην τήν ρα νά φέρει τόν πίσκοπο πό τήν φυλακή. Ο διάκος πορημένος δέν επε τίποτε κι σπευσε νά κτελέσει τήν ντολή. Ο πίσκοπος βρέθηκε μέ σκυφτό τό κεφάλι, ταπεινός καί σεμνός νά στέκει νώπιον το πάπα Αγαπητο. Από πάντα νιωθε βαθύ σεβασμό πέναντί του καί γιά τούς γνες του πέρ τς Ορθοδοξίας, λλά καί γιά τήν γία βιοτή του. Καί τώρα κόμη, μέ ,τι γινε, δέν φησε σκέψεις κατάκρισης νά νέβουν στήν καρδιά του. Ηξερε τι κάποιοι τόν εχαν συκοφαντήσει. Κι πάπας τούς εχε πιστέψει. Δέν φταιγε ατός. Προσευχόταν πλς Κύριος νά φωτίζει τόν εράρχη, καθώς βρισκόταν σέ τέτοια καίρια καί μεγάλη θέση στήν Εκκλησία καί ο μέριμνες τόν τρωγαν πό παντο. Κύριε, ς μή γίνω γώ φορμή πρόκλησης ποιασδήποτε ταραχς στήν Εκκλησία σου. Ας χαθ γώ, ρκε νά γίνεται τό γιο θέλημά Σου.
Ποιά εναι πνευματική σου ργασία; σήκωσε τά μάτια του Αγαπητός, πάπας τς Ρώμης, καί ρώτησε τόν ταπεινό πίσκοπο, κοιτώντας τον ρευνητικά.  
῾῾Αγιότατε, γώ δέν χω πνευματική ργασία. Εμαι μαρτωλός πάντησε ψιθυριστά κενος.
Ποιά εναι πνευματική σου ργασία; ξαναρώτησε πιό ντονα πάπας, γιά νά εσπράξει μως τήν δια πάντηση. Κατάλαβε τι δέν θά βγαζε πουθενά συζήτηση κι τι δέν πείθει τόν πίσκοπο νά το ποκαλύψει κάτι πό τήν σωτερική του ζωή.
῾῎Ακου, το επε. Σήμερα σύ θά προσκομίσεις στήν Θεία Λειτουργία.
Μπροστά στήν γία Τράπεζα πίσκοπος τελοσε πιά τήν Λειτουργία. Δέν εχε δείξει καμία κπληξη μ ατό πού το χε προτείνει   πάπας. Εχε μάθει νά πακούει στό θέλημα το Θεο καί τν νωτέρων του. Ο ντιρρήσεις καί τά μά τί λέτε; ξερε τι εναι ταπεινολογίες πού δέν τόν ξέφραζαν. Βρέθηκε λοιπόν νδεδυμένος τήν ρχιερατική στολή, μόνος ατός νώπιον τς γίας Τραπέζης, βοηθούμενος πό διακόνους, χοντας συμπροσευχόμενους τόν γιο πάπα καί λλους κληρικούς τς γίας πόλης.
Λειτουργία προχωροσε. Η λη τμόσφαιρα ταν πράγματι μία μυσταγωγία. Ο εχές κούονταν εκρινς πό τόν πίσκοπο πού τίς λεγε ες πήκοον τν παρευρισκομένων καί μέ μεγάλη ασθηση ψυχς. Ηλθε ρα τς γίας προσκομιδς καί τς γίας ναφορς. Λίγο κόμη καί πίσκοπος ξ νόματος λου το πιστο λαο θά πικαλετο τό Αγιον Πνεμα νά μεταβάλει τό ψωμί καί τό κρασί σέ σμα καί αμα Χριστο ντιστοίχως.
Αλλά κάτι ρχισε νά μήν πηγαίνει πιά καλά. Λίγο πρίν τήν τελική γιαστική εχή πίσκοπος ρχισε νά λέει καί πάλι τήν εχή τς ναφορς πό τήν ρχή. Σήκωσε τά μάτια του πάπας. Ξέχασε τά λόγια; σκέφτηκε. ῾῎Εχασε τήν σειρά; Ακουσε νά λέγονται ο διες εχές.
Μά τί ναι τοτο πάλι; ταράχτηκε πάπας, ποος εδε στά πρόσωπα καί τν λλων τήν δια ταραχή. Ολοι εχαν σηκώσει τά βλέμματα καί παρακολουθοσαν μέ πορία τόν λειτουργοντα πίσκοπο πού καθυστεροσε χωρίς νά φαίνεται τι πάρχει κανένας λόγος. Τό διο καί ο διάκοι πού τόν πηρετοσαν δίπλα του. Καί πάλι πρίν τήν τελική γιαστική εχή γιά τήν μεταβολή τν δώρων πίσκοπος πήγαινε πίσω καί ξανάλεγε πό τήν ρχή τίς εχές. Τρίτη καί τέταρτη φορά τό διο.
Δέν ντεξε γιος Αγαπητός. Πλησίασε τόν πίσκοπο καί το λέει σιγανά: Τί συμβαίνει, πάτερ; Τώρα γιά τέταρτη φορά επες τήν γία εχή καί δέν τήν λοκληρώνεις, δέν τήν τελες. Τί συμβαίνει;
Συγχώρα με, για πατέρα, πάντησε ψιθυριστά κενος. Δέν μπορ νά συνεχίσω γιατί δέν εδα κόμη ς συνήθως τήν πιφοίτηση το Αγίου Πνεύματος. Ομως, ν θέλεις, πομάκρυνε πό τό θυσιαστήριο τόν διάκονο πού κρατ  τό ριπίδιο, γιατί ατός εναι ατία τς μή παρουσίας το Πνεύματος, κι γώ δέν τολμ νά το τό πῶ᾽.
Δέν επε τίποτε πάπας στόν πίσκοπο. Παρήγγειλε μως στόν διάκονο νά φύγει πό τήν γία Τράπεζα κι κενος πράγματι πομακρύνθηκε. Καί τότε τέλειωσε τήν εχή λειτουργός.
Μά ατό πού συνέβη ταν συγκλονιστικό. Κι πίσκοπος κι πάπας μαζί του εδαν μέ μάτια πού τούς δινε Θεός τήν παρουσία το Αγίου Πνεύματος, τό Οποο μετέβαλε τά δρα σέ σμα καί αμα Χριστο.
Κι χι μόνον ατό. Ολοι μειναν φωνοι ταν τό καταπέτασμα πού βρισκόταν πάνω πό τό γιο θυσιαστήριο σηκώθηκε μόνο του καί σκέπασε καί τόν πάπα καί τόν πίσκοπο κι λους τούς παρευρισκομένους διακόνους, μαζί μέ τό γιο θυσιαστήριο, κι ατό πί τρες ρες. Ο,τι συνέβη στόν Ναό τς Παναγίας τν Βλαχερνν σέ γρυπνία το λαο, που δια Παναγία συνοδευόμενη πό τούς γίους Ιωάννη τόν Θεολόγο καί Ιωάννη τόν Πρόδρομο μαζί μέ πλθος γίων γγέλων πλωσε τό μαφόρι της καί πί ρες χάρη του προχεόταν στόν προσευχόμενο λαό, τό διο καί δ.
γιος Αγαπητός γονατιστός νιωθε τά δάκρυά του νά κανε τό πρόσωπό του. Η δοξολογία πρός τόν Θεό συμπλεκόταν πρός τά ατήματα συγχώρησής του πό τόν Κύριο. Πς μέ κορόιδεψαν; σκεφτόταν. Πς φησα νά παρασυρθ πό νθρώπους πού φαίνονταν τι ταν πονηροί; Πς κατηγόρησα καί ριξα στήν φυλακή ναν τέτοιον νθρωπο το Θεο; Θεέ μου, συγχώρησέ με καί δσε μου τήν δύναμη νά μή κινομαι παρορμητικά κι πό συναρπαγή, λλά πάντοτε μέ σκέψη καί μέ μακροθυμία.
Γονάτισε τό διο καί φίλησε τά πόδια το γίου λειτουργο. Το ζήτησε ταπεινά συγγνώμη. Εκενος σεμνός γονάτισε τό διο. Ζητοσε κι ατός συγγνώμη γιατί γινε φορμή νά στενοχωρηθε πάπας του. Τό Πνεμα το Θεο πολλαπλασίασε τήν φωτεινότητα τς παρουσίας Του. Αγγελοι καί νθρωποι χαίρονταν γιά ,τι τώρα διαδραματιζόταν.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ παπα Γιώργης Δορμπαράκης

(Πηγή: Λειμωνάριον Ιωάννου Μόσχου, κεφ. 150)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου