Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

Οι απατεώνες που έγιναν τίμιοι...Μπέρναρντ Μάντβιλ

Χατζηγιάννης
Ο Μπέρναρντ Μάντβιλ, εξοργισμένος από τις κυβερνητικές πιέσεις υπέρ της λιτότητας και της ενάρετης αποταμίευσης, δημοσιεύει τον σατιρικό «Μύθο των μελισσών» και το  αλληγορικό του ποίημα «η γκρινιάρα κυψέλη ή οι απατεώνες που έγιναν τίμιοι». Εκεί περιγράφει τον οικονομικό θάνατο μιας ευημερούσας κοινότητας που εγκαταλείπει τη σπατάλη για να τονωθεί η αποταμίευση. Ιδού η κατάληξή της:

Τώρα, σκέψου την ένδοξη κυψέλη και δες πώς τιμιότητα και εμπόριο συμπορεύονται.
Η επίδειξη εξαλείφθηκε, εξανεμίστηκε.
Η εικόνα εντελώς άλλαξε, γιατί δεν είναι μόνο εκείνοι που έφυγαν, οι οποίοι ξόδευαν τεράστια ποσά
αλλά και τα πλήθη που ζούσαν απ’ αυτούς,
υποχρεώθηκαν επίσης να εξαφανιστούν.
Μάταια τώρα στρέφονται σε άλλες δουλειές. Παντού υπάρχει κορεσμός.
Η τιμή της γης και των σπιτιών πέφτει,
μυθικά παλάτια, που οι τοίχοι τους, όπως εκείνοι των Θηβών, χτίστηκαν με παιχνίδια, προσφέρονται για ενοικίαση.
Τα οικοδομικά επαγγέλματα καταστράφηκαν τελείως
βιοτέχνες δεν εργάζονται.
Κανένας κεραμοτεχνίτης δεν φημίζεται πλέον για την τέχνη του, οι λιθοκόφτες και οι γλύπτες δεν μνημονεύονται πια…
Μόνο η αρετή δεν εξασφαλίζει για τα έθνη μεγαλόπρεπη ζωή.
Εκείνοι που θα αναβιώσουν ένα χρυσό αιώνα πρέπει να είναι ελεύθεροι,
τόσο για την ασωτία όσο και για την
τιμιότητα.
Μπέρναρντ Μάντβιλ (αρχές 18ου αι.) 

Ο Μύθος των Μελισσών του Β. Mandeville, που γράφτηκε το 1705, δηλαδή, στην εποχή του πρώιμου καπιταλισμού. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι μια ενάρετη κοινωνία, νομοτελειακά, οδηγείται στην απάθεια και το μαρασμό, αφού οι «αρετές» είναι καταστροφικές για την πρόοδο και την άνθηση των εμπορικών και χρηματικών υποθέσεων του κράτους. Αντίθετα, η ανηθικότητα και οι εγωιστικές πράξεις είναι αυτές που βοηθούν την εφευρετικότητα, την κυκλοφορία του κεφαλαίου και τον πλουτισμό της κοινωνίας… Η κοινωνική πρόοδος και ευμάρεια, βασίζεται κατά τον Μάντεβιλ στο εξής αξίωμα: «Οι ιδιωτικές κακίες είναι τα δημόσια αγαθά». Όσοι πολιτικοί διατείνονται ότι προάγουν την «αρετή», είτε αναπαράγουν ένα μύθευμα είτε ελέγχονται ως υποκριτές.
Η καταβολή της ιδέας περί της ωφελείας που αντλεί το σύνολο από τις κακίες των ανθρώπων υπάρχει πρώιμα στο έργο του Ιταλού στοχαστή Gianbatiste Vico (1688-1744) . Σύγχρονός του είναι κι ο Μάντεβιλ από τον οποίο εμπνέεται αργότερα ο Ανταμ Σμιθ . Στο ποίημα («Η Μεμψίμοιρος Κυψέλη ή οι Κατεργάρηδες που Γίνονται Τίμιοι»  -«The Grumbling Beehive or Knaves Turned Honest») που όπως είπαμε εξεδόθη το 1705 παρατηρούμε 2 στίχους που συνόψιζαν μια ιδέα επαναστατικής εμβέλειας:
The worst of all the multitude
Did something for the common good
ή σε ελεύθερη μετάφραση:
Ακόμη κι οι χειρότεροι απ’ όλο το σωρό
Κάτι κι αυτοί προσέφεραν στο γενικό καλό.

Ένας βαθμός «ηθικής διαφθοράς» δηλαδή υποκρισίας (ή μάλλον «καλών τρόπων» όπως ο ίδιος μετονομάζει την έννοια), είναι, είπε, «χρήσιμος» στην κυψέλη, διότι συγκαλύπτοντας την απληστία χωρίς να την καταργεί εδραιώνει και θεσμίζει —παρά τις μεμψιμοιρίες— τον λειτουργικό ρόλο της κατανάλωσης τονώνοντας τις συναλλαγές. Οι «καλοί τρόποι» βοηθούν έτσι τον πλουτισμό ενώ διατηρούν συγχρόνως αλώβητη την αξία των ηθικών συναισθημάτων στους λοιπούς τομείς των διαπροσωπικών σχέσεων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου