Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Η Μοίρα το σπαθί της ώσπου φέρνει...



Μπλεγμένοι  στην τραγικότητα του καιρού μας, σε μια πατρίδα που τείνει να μοιάσει με τον καταραμένο οίκο των Ατρειδών [Τρεις φάρες, τρεις φαμίλιες, τρεις γενιές καταραμένες…..], λίγο πριν αφανιστεί από την φωτιά που πλησιάζει-, με τις δολοπλοκίες, την δίψα για εξουσία, τα ψέματα, τις ανόσιες σχέσεις, τα ύποπτα γεύματα, δεν απέχουμε και πολύ από την τραγική ηρωίδα, την Ηλέκτρα.
 Οι δικές μας εξάλλου πράξεις, αλλά και οι απραξίες, έφεραν στον θάνατο την μάνα πατρίδα μας, που πληρώνει και τα δικά της λάθη.
Για χρόνια ολόκληρα μας μπόλιαζαν το μυαλό ότι η μέρα των εκλογών είναι απλά μια γιορτή, γιορτή της Δημοκρατίας την έλεγαν. Κι εμείς φορώντας τα καλά μας, τα γιορτινά, πηγαίναμε χαρούμενοι κι αμέριμνοι να ψηφίσουμε, λες και πηγαίναμε σε παράσταση ή σε συναυλία, ή στο τσίρκο που ήρθε στην πόλη μας.
Μας θάμπωναν τα φανταχτερά ονόματα των σαλτιμπάγκων και τα αστραφτερά χαμόγελά τους. Μας γοήτευε η ευλυγισία των κορμιών τους, να κάνουν άνετα τις κυβιστήσεις, μας σαγήνευε η ευφράδεια των λόγων, άλλα να λεν την μια και άλλα την άλλη.
Μας ξεγελούσαν όταν με τόση ευκολία έβγαζαν από τα καπέλα τους υποσχέσεις, προσλήψεις, λεφτά που υπάρχουν. Μαχαίρια στα κόκκαλα και άπλετα χυμένα φώτα, για τους προηγούμενους σκάρτους.
Κι εμείς ψηφίζαμε τον πιο γνωστό άφωνο τραγουδιστή, τον πιο άτεχνο ηθοποιό, τον πιο ξιπασμένο παρουσιαστή, το πιο ξεπεσμένο μανεκέν, τον πιο άσχετο ποδοσφαιριστή ή τον πιο ντοπαρισμένο αθλητή.
Περιμέναμε από τους τυχάρπαστους προκοπή και σωτηρία, ενώ ήταν μια ακόμη μαχαιριά στης μάνας μας τον κόρφο.
Ώμοι μοι! Αιαί! Αιαί!
Μήπως από τους επαγγελματίες ταχυδακτυλουργούς είδαμε χαΐρι και προκοπή;
Φρύγας: ‘’’Άθυρσοι δ΄οιά νιν δραμόντε Βάκχαι σκύμνον εν χεροίν ορείαν ξυνήρπασαν, πάλιν δε ταν Διός κόραν επί σφαγάν έτεινον. Ά δ΄εκ θαλάμων εγένετο διαπρό δωμάτων άφαντος, ω Ζευ και γα και φως και νύξ, ήτοι φαρμάκοισιν ή μάγων τέχναις ή θεών κλοπαίς. Τα δ΄ύστερ΄ουκέτ΄οίδα, δραπέτην γαρ εξέκλεπτον εκ δόμων πόδα.’’
(Σαν Βάκχες δίχως θύρσο που χυμούνε να πιάσουνε βουνίσιο κουταβάκι, τρέξαν οι δυο τους και την άρπαξαν, ύστερα ζύγωσαν ξανά του Δία την κόρη για να σφάξουν. Μα εκείνη μές΄απ΄τους θαλάμους άφαντη γίνηκεν, ω! Δία και γης, ω! φως και νύχτα, θες με τέχνες μαγικές, θες με βότανα ή να την πήραν οι θεοί. Δεν ξέρω τίποτε για τα παρακάτω, γιατί πάσχιζα μουλωχτά να φύγω μες΄απ΄το σπίτι).
(Ο Φρύγας είναι πρόσωπο που αναφέρεται στον ΟΡΕΣΤΗ του Ευριπίδη).
Ούτε που το καταλάβαμε μες την παραζάλη της γιορτής- γιορτή της Δημοκρατίας την έλεγαν-, πότε εξαφάνισαν μια ολόκληρη χώρα. Στην αρχή βλέπαμε εκστατικοί εμπρός μας να πετάνε μίζες και δωράκια, εξοπλιστικά και βίλες, χρηματιστήρια και νησάκια στα γκριζωπά βαμμένα.
Το τίμημα όμως γι όλα αυτά άρχισαν να το πληρώνουν ακριβά οι θεατές της γιορτής, που γύρισε σ΄Αρχαίο Δράμα.
Πρώτα άρχισαν να πληρώνουν οι συνταξιούχοι, μια και ζουν πολύ, έπειτα οι ανάπηροι που γίναν βάρος. Οι πολύτεκνοι για το θράσος τους, οι ομολογιούχοι για την αποκοτιά τους.
Γιατροί, φαρμακοποιοί, υδραυλικοί, καταστηματάρχες,κλπ, συλλογικά συκοφαντημένοι. Μαύρη ομίχλη εξαφάνισε μισθούς και δικαιώματα από τους ιδιώτες, ενώ μέσα στο θολό τοπίο άρχισαν οι δημόσιοι να κάνουν πιρουέτες –κινητικότητα την είπαν-, ενώ την ίδια στιγμή το Έρεβος κατάπινε σχολειά, νοσοκομεία, δημόσια κτήρια και απλές οικίες.
Αχόρταγα ο Άδης να ρουφά κορμιά, πεσμένα από μπαλκόνια, δεμένα σε θηλειές και το παλικάρι που έριξαν από το τρόλεϊ γιατί δεν είχε έναν οβολό.
Κι ο θίασος του κουκλοθέατρου που καμώνεται ότι κυβερνά, ενώ όλοι το ξέρουν πια ότι ο ξένος δυνάστης κινεί τα νήματά τους, στα Τάρταρα κάθε μέρα και πιο βαθειά να στέλνει ένα λαό, αργά και μεθοδικά. Έναν λαό που πίστεψε ότι η μέρα της ψηφοφορίας είναι μια γιορτή.
 Τώρα οι μέρες της γιορτής έχουν περάσει. Τα δώρα, μας τα πήραν όλα πίσω. Τώρα έχουμε πόλεμο, το άδικο να παλεύει με το δίκιο. Η λογική με την παράνοια ν΄αντιπαλεύει, η βαρβαρότητα να προσπαθεί και πάλι να φωλιάσει.
Τώρα οι θεατρίνοι πίσω απ΄τα σωριασμένα σκηνικά, αφτιασίδωτοι, χωρίς τα προσωπεία, μας δείχνουν τα πρόσωπά τους καθαρά και μας χλευάζουν.
Σκέψου τα δύσμοιρα παιδιά μας, αντί σε γάμο να πηγαίνουν, ή στην δουλειά και το σχολειό τους, να ρίχνονται στα τρόλεϊ και τα βράχια, ή να καίγονται σε τράπεζες κι από μαγγάλια.
Φορώντας ρούχα σοβαρά, ρούχα θανάτου, μια και σαν την Ηλέκτρα τώρα πια το πένθος μας ταιριάζει, ας σπεύσουμε πρώτα στα μνήματα των χιλιάδων Ελλήνων που αδικαίωτοι προσμένουν, να αποδώσουμε τις σπονδές, όπως τους πρέπει.
Αν μας έχουν ακόμη αφήσει λίγο μέλι, κρασί και το νερό μας, ας το προσφέρουμε χοές στο χώμα, να το ρουφήξουν οι νεκροί μας, που αδικαίωτοι μένουν, για να δυναμώσουν και να μας συνδράμουν.
Αυτό που ξεκίνησε πριν από σαράντα χρόνια με προδοσία και αίμα, πως αλλιώς λέτε να τελειώσει;

Χορός: ‘’Όμως γερά μέσα στη γη στεριώνει
τα΄αμόνι της η Δίκη και κει πάνω
χαλκεύει κι ακονίζει από τα πριν
η Μοίρα το σπαθί της ώσπου φέρνει,
σαν έρθει η ώρα, η ξακουσμένη
Βαθύγνωμη Ερινύα το παλικάρι,
που θα ξεπλύνει εκδικητής
το μίασμα των παλιών αιμάτων’’
(ΧΟΗΦΟΡΟΙ Αισχύλος)

Με εκτίμηση

Αγγελική Π.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου